Η ποιοτική αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος της Πολεμικής Αεροπορίας συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού, εντούτοις η αμείλικτη πραγματικότητα των εξοπλιστικών προγραμμάτων απέχει αισθητά από τις κατά καιρούς θριαμβευτικές διαρροές. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο το NEMESIS HD αποφεύγει να σας ενημερώνει, κατά τη γνώμη μας άσκοπα, για το επαναλαμβανόμενο ενδιαφέρον και τις πλέον συνηθισμένες συζητήσεις επι των ίδιων προβλημάτων στα πυρομαχικά, βασιζόμενο στην ήδη ολοκληρωμένη ενημέρωση που έχουμε ήδη αναρτήσει τους προηγούμενος μήνες-χρόνια. Παρά τις, απο καλά ενημερωμένες πηγές, σωστές, και πυκνές από δημοσιογραφική πλευρά, πληροφορίες που αναφέρουν ανα καιρούς το οριστικό «πράσινο φως» από την Ουάσιγκτον με βάση την ενημέρωση που γίνεται από πολιτικούς ή στρατιωτικούς παράγοντες, η Αθήνα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια παρατεταμένη, σκόπιμη ή μη, αναμονή για τα κρίσιμα «σύγχρονα» όπλα που θα προσδώσουν πραγματικό στρατηγικό βάθος στον στόλο των μαχητικών της. Μέχρι στιγμής, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν έχει λάβει την τελική, νομικά δεσμευτική απάντηση, την περιβόητη Επιστολή Προσφοράς και Αποδοχής (Letter of Offer and Acceptance – LoA), μέσω της αρμόδιας αμερικανικής υπηρεσίας, για τα σχετικά αιτήματα (LoR) που έχει υποβάλει και υπάρχει και μια δημιουργική ασάφεια για τον αν και πώς έχει αποσταλεί η επίσημη LoR για τα πυρομαχικά.
Το ελληνικό ενδιαφέρον εστιάζεται στην απόκτηση προηγμένων βλημάτων αέρος-αέρος AMRAAM της οικογένειας AIM-120 και ΑΙΜ-9, αέρος-εδάφους JASSM, συστημάτων καταστολής της εχθρικής αεράμυνας (SEAD) όπως οι πύραυλοι αντι-ραντάρ AARGM (Advanced Anti-Radiation Guided Missile), καθώς και βλημάτων ναυτικής κρούσης μακράς ακτίνας, όπως οι multi-role πύραλοι JSM (Joint Strike Missile) ή οι AGM-84L Harpoon Block II. Η αμερικανική πλευρά, σύμφωνα με πηγές, εξακολουθεί να οχυρώνεται πίσω από την ανάγκη για περαιτέρω «τεχνοκρατική και γραφειοκρατική επεξεργασία», μια στάση που παρατείνει την εκκρεμότητα παρά τις όποιες πολιτικές διαβεβαιώσεις. Αυτή η τεχνητή επιβράδυνση εγείρει σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με το πραγματικό χρονοδιάγραμμα επιχειρησιακής αξιοποίησης των νέων αεροπορικών πλατφορμών. Αν φυσικά ισχύει…
Η αναντιστοιχία αυτή καθίσταται πλέον πιο πιεστική, αν αναλογιστεί κανείς τον ταχύ ρυθμό εκσυγχρονισμού των ελληνικών αεροπορικών μέσων. Η Πολεμική Αεροπορία παραλαμβάνει με σχετική συνέπεια τα αναβαθμισμένα F-16 Viper από την ΕΑΒ, ενώ παράλληλα δρομολογούνται οι διαδικασίες για την επίσημη παραλάβη της χώρας στο πρόγραμμα του μαχητικού πέμπτης γενιάς F-35 Lightning II. Ωστόσο, η απόκτηση αυτών των κορυφαίων πλατφορμών, χωρίς τη συνοδεία σύγχρονων όπλων αέρος-εδάφους και προηγμένων βλημάτων αέρος-αέρος —πέραν των ευρωπαϊκών Meteor που φέρουν αποκλειστικά τα γαλλικά Rafale— αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο επιχειρησιακό κενό.
Τα Viper διαθέτουν το κορυφαίο ραντάρ AESA APG-83 SABR, όμως χωρίς τα ανάλογα όπλα μακρού πλήγματος (stand-off), η ικανότητά τους να προσβάλλουν στρατηγικούς στόχους σε μεγάλο βάθος παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο. Η απουσία σύγχρονων ατρακτιδίων σκόπευσης και αναγνώρισης (targeting pods) και καθοδηγούμενων πυρομαχικών μεγάλης εμβέλειας επιτείνει το πρόβλημα, στερώντας από τους Έλληνες πιλότους τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν πλήρως τη δικτυοκεντρική φιλοσοφία των νέων μαχητικών, όπως επιτάσσει το σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
Αναλύοντας την αιτία της καθυστέρησης, η πρώτη προφανής ανάγνωση δείχνει προς τις ΗΠΑ. Είναι σαφές ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί διαχρονικά τις διαδικασίες των Foreign Military Sales (FMS) ως εργαλείο άσκησης διπλωματικής ισορροπίας και γεωπολιτικού ελέγχου στην περιοχή. Αν και δεν υφίσταται επίσημο πολιτικό βέτο ή άρνηση αποδέσμευσης για τους AARGM και τους AMRAAM, η ελεγχόμενη κωλυσιεργία στην έκδοση της LoA συντηρεί μια σκόπιμη ασυμμετρία μεταξύ των ελληνικών πλατφορμών και των διαθέσιμων πυρομαχικών.
Ωστόσο, η εξίσωση αυτή ενδέχεται να κρύβει και μια δεύτερη, εξίσου ρεαλιστική ανάγνωση, με επίκεντρο την ίδια την Αθήνα. Το οικονομικό επιτελείο και γενικότερα η κυβέρνηση γνωρίζει καλά ότι η υπογραφή μιας LoA δεν αποτελεί μια απλή γραφειοκρατική πράξη, αλλά μια δεσμευτική συμφωνία που ενεργοποιεί άμεσες προκαταβολές και αυστηρά, ανελαστικά χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής. Υπό το πρίσμα των αυστηρών ευρωπαϊκών κανόνων για το χρέος και τα ελλείμματα, η ταυτόχρονη εγγραφή όλων αυτών των εξοπλιστικών δαπανών στον προϋπολογισμό θα προκαλούσε σοβαρούς δημοσιονομικούς κραδασμούς ειδικά όταν υπάρχουν εκλογικές βλέψεις.
Συνεπώς, η παράταση των διαβουλεύσεων για τα «σύγχρονα» όπλα ίσως δεν αποτελεί αποκλειστικά προϊόν αμερικανικής υπαιτιότητας, αλλά μια άτυπη, σκόπιμη «οικονομική τρίπλα» για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία αξιοποιεί τη γραφειοκρατία των FMS προκειμένου να μεταθέσει το δημοσιονομικό βάρος στο μέλλον, χωρίς να χρεώνεται πολιτικά την αναβολή των προγραμμάτων. Μέχρι να πέσουν οι τελικές υπογραφές, το εξοπλιστικό αυτό έλλειμμα θα παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση για την πραγματική αποτρεπτική ισχύ της χώρας.




