Η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η αποτρεπτική ισχύς των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων επιβεβαιώθηκαν στο ανώτατο επίπεδο στα ανοιχτά της Δυτικής Ελλάδας. Την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026, η ευρύτερη περιοχή στο Νότιο Ιόνιο Πέλαγος μετατράπηκε σε πεδίο διεξαγωγής μεγάλης κλίμακας εκπαιδευτικών βολών με κατευθυνόμενα βλήματα (Κ/Β) από μονάδες πρώτης γραμμής του Πολεμικού Ναυτικού.
Η συγκεκριμένη δραστηριότητα σχεδιάστηκε με βάση τη ρεαλιστική αντιμετώπιση σύγχρονων απειλών στο θαλάσσιο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Την επίβλεψη των απαιτητικών σεναρίων είχε η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, γεγονός που αναδεικνύει την κεφαλαιώδη σημασία της άσκησης για την εθνική στρατηγική ασφάλειας.
Στο πεδίο των επιχειρήσεων βρέθηκαν ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτριος Χούπης, ο Αρχηγός ΓΕΝ Αντιναύαρχος Δημήτριος-Ελευθέριος Κατάρας ΠΝ και ο Αρχηγός Στόλου Αντιναύαρχος Χρήστος Σασιάκος ΠΝ. Η φυσική παρουσία της ανώτατης ηγεσίας στα πλοία διοίκησης επέτρεψε την άμεση αξιολόγηση της ανταπόκρισης των πληρωμάτων. Οι επιτελείς διαπίστωσαν το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και την απόλυτη ακρίβεια στην εκτέλεση των σύνθετων διαταγών προσβολής.
Η άσκηση χαρακτηρίστηκε από τη μαζική κινητοποίηση μέσων, επιβεβαιώνοντας τις δυνατότητες διεξαγωγής συντονισμένων ναυτικών επιχειρήσεων. Στο Νότιο Ιόνιο αναπτύχθηκαν πλοία επιφανείας από τη Διοίκηση Φρεγατών (ΔΦΓ), τη Διοίκηση Ταχέων Σκαφών (ΔΤΣ), καθώς και τη Διοίκηση Πλοίων Επιτηρησέως (ΔΠΕ). Η συνδυασμένη δράση τους δημιούργησε ένα αρραγές μέτωπο ελέγχου και άρνησης θαλάσσιας πρόσβασης.
Παράλληλα, οι ειδικές επιχειρήσεις υποστηρίχθηκαν από επίλεκτες ομάδες της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών (ΔΥΚ), οι οποίες εκτέλεσαν εξειδικευμένα σενάρια ανορθόδοξου πολέμου. Από τον αέρα, η Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού (ΔΑΝ) παρείχε συνεχή κάλυψη με οργανικά ελικόπτερα, ενώ καθοριστική ήταν η ενσωμάτωση μέσων της Πολεμικής Αεροπορίας. Η κοινή δράση των διακλαδικών δυνάμεων εξασφάλισε τον πλήρη έλεγχο του εναέριου και θαλάσσιου χώρου.
Το κύριο τεχνικό ενδιαφέρον της δραστηριότητας επικεντρώθηκε στην πολυτυπία και τον μεγάλο αριθμό των οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιήθηκαν. Τα ελληνικά πληρώματα εξαπέλυσαν με απόλυτη επιτυχία αντιπλοϊκά βλήματα, όπως οι διεθνώς αναγνωρισμένοι αντιπλοϊκοί πύραυλοι Exocet και Harpoon. Τα συγκεκριμένα όπλα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής ναυτικής ισχύος, ικανά να επιφέρουν καίρια πλήγματα σε μεγάλες αποστάσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην επιχειρησιακή αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων του Στόλου, με τη διενέργεια βολών από τα υπερσύγχρονα ελικόπτερα MH-60R Romeo. Τα πληρώματα των ελικοπτέρων εκτέλεσαν βολές με κατευθυνόμενες ρουκέτες λέιζερ APKWS II, επιδεικνύοντας τη χειρουργική ακρίβεια του συστήματος. Το σκηνικό της προσβολής ολοκληρώθηκε με τις επιτυχείς εκτοξεύσεις βλημάτων Hellfire, τα οποία εξουδετέρωσαν τις δευτερεύουσες απειλές.
Η πολυπλοκότητα των τακτικών σεναρίων δοκίμασε την αντοχή των συστημάτων μάχης και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων υπό συνθήκες υψηλής πίεσης. Η αποτελεσματικότητα των πυρών οδήγησε στην πλήρη καταστροφή και τη βύθιση των δύο προγραμματισμένων στόχων επιφανείας. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί την πιο έγκυρη επιβεβαίωση της φονικότητας και της τεχνικής αξιοπιστίας του οπλοστασίου που διαχειρίζεται το Πολεμικό Ναυτικό.








