Η πρόσφατη ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα έφερε για άλλη μια φορά στο προσκήνιο τη στρατηγική που ακολουθεί η Τουρκία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η τουρκική ηγεσία επιχειρεί να διατηρήσει ένα προφίλ σταθερότητας και διαλόγου, χωρίς ωστόσο να υποχωρεί από τις πάγιες παράνομες διεκδικήσεις της και την προκλητική ρητορική. Τα νέα σχόλια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της κυβέρνησής του αποκαλύπτουν μια προσπάθεια διατήρησης του «καλού κλίματος», η οποία όμως συνοδεύεται από «καρφιά» κατά της χώρας μας.
Αφορμή για τα σχόλια της τουρκικής κυβέρνησης στάθηκαν οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος μιλώντας την Τετάρτη από τη σύνοδο του NATO, χαρακτήρισε το casus belli ως μια «ιστορική ανορθογραφία» που δεν συνάδει με το κλίμα μιας αμυντικής συμμαχίας. Το Τουρκικό Υπουργείο Άμυνας αντέδρασε άμεσα, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία δεν αποτελεί απειλή για όποιον δεν στρέφεται εναντίον της.
«Η χώρα μας τάσσεται υπέρ της διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή μας και της αντιμετώπισης των υφιστάμενων ζητημάτων στο πλαίσιο του εποικοδομητικού διαλόγου και των σχέσεων καλής γειτονίας. Σε αυτό το πλαίσιο, δηλώνουμε για άλλη μια φορά ότι η αποφυγή συζητήσεων που ενδέχεται να αυξήσουν την ένταση θα συμβάλει θετικά στις διμερείς σχέσεις και υπενθυμίζουμε για άλλη μια φορά ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποτελούν απειλή για κανέναν που δεν αποτελεί απειλή για αυτές,» δήλωσε την Πέμπτη ο εκπρόσωπος Τύπου του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος, απαντώντας σε ερώτηση του δημοσιογράφου Μανώλη Κωστίδη, εξέφρασε την ετοιμότητά του για την επίλυση των εκκρεμοτήτων που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες. Ο Τούρκος πρόεδρος πρότεινε τη θεσμική προετοιμασία των συνομιλιών από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο χωρών, προτού το ζήτημα φτάσει στο επίπεδο των δύο ηγετών. Παράλληλα, επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σημασία του casus belli, ισχυριζόμενος ότι η κοινή γνώμη στην Τουρκία δεν γνωρίζει καν τον όρο και ότι δεν υπάρχει λόγος να απασχολούνται οι πολίτες με αυτό το θέμα.
Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, έρχεται σε προφανή αντίθεση με τη σταθερή προσήλωση της Άγκυρας στο αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκαθάρισε ότι ο όρος αυτός παραμένει κεντρικός πυλώνας της τουρκικής πολιτικής, τονίζοντας ότι η χρήση του θα συνεχιστεί κανονικά, καθώς δεν περιορίζεται μόνο στις θαλάσσιες περιοχές αλλά αφορά ευρύτερα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. «Όποτε κρίνεται απαραίτητο, θα συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο, ιδίως στο εσωτερικό μας και σε ό,τι αφορά τα χωρικά μας ύδατα,» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τούρκος πρόεδρος.
Η ένταση μεταφέρθηκε και στο πεδίο των εξοπλιστικών προγραμμάτων, με τον Τούρκο πρόεδρο να επικρίνει τις ελληνικές αντιδράσεις για την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άφησε αιχμές κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, συνδέοντας τη στάση του με αυτή του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, και σημειώνοντας ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνει στις αμυντικές προμήθειες της χώρας του. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η Τουρκία δεν σχολίασε ποτέ τις εξοπλιστικές αγορές της Αθήνας.
«Είναι γνωστό σε ποια νερά κολυμπάει ο Νετανιάχου. Ο κ. Μητσοτάκης δεν θα έπρεπε να υποπέσει σε ένα τέτοιο σφάλμα. Έχουμε εκφράσει ποτέ εμείς μέχρι σήμερα τη σκέψη “γιατί αγοράσατε αυτά τα αμυντικά μέσα για την Ελλάδα” ή “γιατί τα αγοράζετε”; Όχι. Μπορεί να αγοράσει, μπορεί και να πουλήσει. Η Τουρκία, από την πλευρά της, ήδη παράγει αυτά τα συστήματα. Πέρα από την παραγωγή, έχει φυσικά και το δικαίωμα της αγοράς,» είπε ο Ερντογάν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ήδη το πλεονέκτημα της μεγάλης εγχωριας αμυντικής βιομηχανίας.
Σε σκέλος της ερώτησης για το αν συζήτησε με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, για το ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ο Τούρκος πρόεδρος απάντησε συνοπτικά ότι δεν τέθηκε αυτό το θέμα.





