Η γεωπολιτική ρευστότητα στη Μέση Ανατολή αγγίζει νέα, οριακά επίπεδα, καθώς κορυφαία κυβερνητικά στελέχη στο Ισραήλ θέτουν ανοιχτά στο τραπέζι το ενδεχόμενο μιας άμεσης πολεμικής αναμέτρησης με την Άγκυρα. Ο Υπουργός Υποθέσεων Διασποράς του Ισραήλ, Αμιχάι Τσίκλι, στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος Λικούντ, προχώρησε σε μια βαρυσήμαντη προειδοποίηση, δηλώνοντας ότι το σενάριο μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας έχει μετατραπεί πλέον σε μια «πολύ ζωντανή πιθανότητα».
Η αποτίμηση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της διαρκούς κλιμάκωσης της πολιτικής και διπλωματικής έντασης ανάμεσα στις δύο περιφερειακές δυνάμεις, η οποία επιτείνεται από τις ανησυχητικές για την ισραηλινή πλευρά εξελίξεις στο πεδίο της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ισραηλινό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα Kan, ο Αμιχάι Τσίκλι ξεκαθάρισε ότι το Τελ Αβίβ λαμβάνει πλέον τοις μετρητοίς τις απειλητικές τοποθετήσεις της τουρκικής ηγεσίας, θεωρώντας ότι η ρητορική της αποτελεί ξεκάθαρο δείκτη μη αναστρέψιμης φθοράς των διμερών σχέσεων.
«Έχουμε μάθει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να ακούμε τι λένε οι ηγέτες σε όλο τον κόσμο και τι λένε οι εχθροί του Ισραήλ», τόνισε χαρακτηριστικά ο Ισραηλινός αξιωματούχος. Αναφερόμενος μάλιστα στις πρόσφατες εμπρηστικές δηλώσεις της τουρκικής διπλωματίας, ο Αμιχάι πρόσθεσε: «Όταν ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, λέει ότι το Ισραήλ είναι βάρος για την ανθρωπότητα και ότι η ανθρωπότητα δεν μπορεί πλέον να αντέξει αυτό το βάρος, πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνες δηλώσεις».
Η χρονική συγκυρία των δηλώσεων του Ισραηλινού υπουργού δεν είναι τυχαία, καθώς συμπίπτει με τις εντατικές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την πιθανή αγορά και επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των stealth μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35. Οι ανησυχίες του Τελ Αβίβ εντάθηκαν μετά τη δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πώλησης στη συνάντησή του με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του εξετάζει σοβαρά την υλοποίηση της αμυντικής συμφωνίας.
Ο Ισραηλινός Υπουργός άσκησε δριμεία κριτική σε αυτό που περιέγραψε ως «φιλική σχέση» μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογραμμίζοντας ότι αυτή η προσέγγιση προκαλεί βαθύτατο προβληματισμό στην αμυντική κοινότητα του Ισραήλ. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η ιδιότητα της Τουρκίας ως κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ περιπλέκει την κατάσταση και συνιστά μια ιδιότυπη πρόκληση για τη δυτική συμμαχία. «Όλη αυτή η φιλία που δείχνει ο Τραμπ προς τον Ερντογάν σημαίνει ένα μεγάλο πρόβλημα για εμάς, καθώς και για το ίδιο το ΝΑΤΟ», ανέφερε χωρίς περιστροφές.
Στον αντίποδα, ο Ισραηλινός υπουργός έσπευσε να υπογραμμίσει ότι το γεγονός πως η Ουάσιγκτον δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε επίσημες ανακοινώσεις για την παράδοση των F-35 στην Άγκυρα αποτελεί ένα σημαντικό «διπλωματικό επίτευγμα» για το Ισραήλ. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε στενή συνεργασία και κοινό μέτωπο με τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου, άσκησαν συστηματικές και έντονες πιέσεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων των ΗΠΑ, προκειμένου να μπλοκάρουν ή να καθυστερήσουν την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Παράλληλα σε μια ριζική αναδιάρθρωση του αμυντικού του δόγματος προχωρά το Ισραήλ, με τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να ανακοινώνει μια πρωτοφανή αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού κατά 350 δισεκατομμύρια σεκέλ (περίπου 101 δισεκατομμύρια ευρώ) σε ορίζοντα δεκαετίας. Η κίνηση αυτή έρχεται ως απάντηση στο ραγδαία μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό σκηνικό της Μέσης Ανατολής, με σαφή στόχο τη θωράκιση της αεροπορικής υπεροχής της χώρας και τη μείωση της εξάρτησής της από ξένους προμηθευτές.
Μεγάλο μέρος αυτών των κεφαλαίων πρόκειται να κατευθυνθεί απευθείας στην Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία (IAF), η οποία αποτελεί την αιχμή του δόρατος της αποτρεπτικής ισχύος του Ισραήλ. Παράλληλα, ο Ισραηλινός ηγέτης έθεσε ως άμεση προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας εγχώριας, ευρείας κλίμακας βιομηχανίας πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου: «Θα κατασκευάσουμε μια ευρεία ισραηλινής κατασκευής βιομηχανία πυρομαχικών, τα δικά μας όπλα, γεγονός που θα μειώσει την εξάρτησή μας από τις προμήθειες από το εξωτερικό».
Ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη σημασία της συμμαχίας με την Ουάσιγκτον, επισημαίνοντας ότι ο στρατός των ΗΠΑ αποτελεί «έναν τεράστιο πολλαπλασιαστή ισχύος» για τη χώρα του. Ωστόσο, η τοποθέτησή του περιείχε μια σαφή, αν και έμμεση, αιχμή προς τον Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την πρόθεση του τελευταίου να εγκρίνει την πώληση κινητήρων αεροσκαφών και την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35. «Η διατήρηση της αεροπορικής υπεροχής του Ισραήλ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του δόγματος της εθνικής μας ασφάλειας. Είναι εξίσου απαραίτητη για τη διατήρηση της σταθερότητας στην ταραχώδη Μέση Ανατολή», υπογράμμισε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα που προέβαλε κατά της συγκεκριμένης εξοπλιστικής συμφωνίας.





