Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 δεν έφερε μόνο την ελπίδα για εκδημοκρατισμό, αλλά αποκάλυψε και την πιο κυνική πλευρά της διεθνούς Realpolitik. Για πάνω από μια δεκαετία, οι Κούρδοι των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της Ουάσιγκτον στη μάχη κατά της τρομοκρατίας. Σήμερα, εν έτει 2026, η «ωμή αλήθεια» αναδύεται μέσα από τις στάχτες της Συρίας: Οι Κούρδοι μετατρέπονται από απαραίτητο στρατηγικό εταίρο σε ένα άβολο γεωπολιτικό βαρίδι.
Η στρατηγική μετατόπιση: Από την έρημο στο Προεδρικό μέγαρο της Δαμασκού
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ φαίνεται να επαναπροσδιορίζει πλήρως τις προτεραιότητές της στη Μέση Ανατολή. Ενώ προηγουμένως ο κουρδικός έλεγχος στη βορειοανατολική Συρία ήταν το μοναδικό «πάτημα» της Δύσης στη χώρα, η ανάδυση της μεταβατικής κυβέρνησης στη Δαμασκό υπό τον Αχμέντ αλ-Σαράα αλλάζει άρδην τον χάρτη. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ουάσιγκτον βλέπει τη δυνατότητα να ελέγξει την κεντρική διοίκηση της Συρίας ως άμεσο σύμμαχο, εντάσσοντας τη χώρα στο δυτικό άρμα και αποκόπτοντάς την από την επιρροή του Ιράν και της Ρωσίας.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι Κούρδοι δεν αποτελούν πλέον την λύση, αλλά το πρόβλημα. Η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται ότι η διατήρηση μιας ημιαυτόνομης κουρδικής οντότητας αποτελεί το κύριο σημείο τριβής όχι μόνο με την Τουρκία αλλά και με τη νέα Δαμασκό, η οποία απαιτεί πλήρη εδαφική κυριαρχία για να σταθεροποιηθεί.
Η «κόκκινη σημαία» της Ροζάβα και η συμμαχία Δαμασκού-Άγκυρας
Το πολιτικό πείραμα της Ροζάβα και οι επιδιώξεις για αυτονομία αποτελούν πλέον «κόκκινο πανί» για όλους τους παίκτες στην περιοχή.
Οι ΗΠΑ, επιθυμώντας να εδραιώσουν το δικό τους μόνιμο «πάτημα» στη Συρία μέσω της κεντρικής κυβέρνησης, δεν δείχνουν διατεθειμένες να ρισκάρουν τη σχέση τους με τον αλ-Σαράα για χάρη των κουρδικών διεκδικήσεων. Η εντολή από την Ουάσιγκτον είναι πλέον σαφής: Πλήρης ενσωμάτωση ή πολιτικός αφανισμός. Οι Κούρδοι υποχρεώθηκαν μάλιστα από τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ, Τομ Μπάρακ να παραδώσουν τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών και των στρατηγικών φυλακών του ISIS, χάνοντας κάθε διαπραγματευτικό χαρτί που διέθεταν.
Το ανθρωπιστικό άλλοθι και η Realpolitik των κυρώσεων
Η υποστήριξη προς τους Κούρδους φαίνεται να περιορίζεται πλέον σε «τυπικές» απειλές για κυρώσεις και ανθρωπιστική ρητορική. Αυτή η στάση χρησιμεύει ως ένα face-saving measure (μέτρο διατήρησης προσχημάτων) για τη Δύση. Με το να απειλεί τη Δαμασκό με κυρώσεις σε περίπτωση «μαζικών σφαγών», η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποφύγει την ηθική κατακραυγή μιας ολοκληρωτικής προδοσίας, χωρίς όμως να παρέχει την απαραίτητη στρατιωτική κάλυψη που θα σταματούσε την προέλαση του συριακού στρατού στη Χασάκα και το Καμισλί.
Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ πατούν πλέον κανονικά στη Συρία και δεν θέλουν να ρισκάρουν αυτό το νέο status quo. Η ανάγκη για έναν «κουρδικό στρατό» έχει εκλείψει, καθώς η νέα Συρία έχει ήδη ενταχθεί στη Διεθνή Συμμαχία κατά του ISIS, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του “τοποτηρητή” που προηγουμένως είχαν οι Κούρδοι του SDF.
Συμπέρασμα: Το τίμημα της «αιώνιας μειοψηφίας»
Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον πιο σκληρό τρόπο για έναν λαό που «δεν έχει φίλους, παρά μόνο τα βουνά». Αυτή τη φορά, η εγκατάλειψη δεν είναι αποτέλεσμα μιας παρορμητικής απόφασης, αλλά ενός ψυχρού γεωπολιτικού ελιγμού. Οι ΗΠΑ επιλέγουν τη σταθερότητα μιας ελεγχόμενης κεντρικής κυβέρνησης στη Δαμασκό έναντι ενός κατακερματισμένου χάρτη.
Οι Κούρδοι της Συρίας βρίσκονται μπροστά σε ένα τραγικό δίλημμα: Την ταπεινωτική ενσωμάτωση σε ένα κράτος που τους αντιμετωπίζει με καχυποψία ή έναν άνισο αγώνα επιβίωσης χωρίς διεθνή στηρίγματα. Το «πάτημα» των ΗΠΑ στη Συρία είναι πλέον στέρεο, αλλά έχει χτιστεί πάνω στην υποχώρηση των οραμάτων της Ροζάβα που οι ίδιες οι ΗΠΑ έχτισαν μετά τις μάχες κατά του ISIS.





