
Ανάλυση
Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41: Πώς ο Ελληνικός Στρατός σταμάτησε και ανέτρεψε την ιταλική εισβολή, από την Πίνδο στην Κλεισούρα
Πώς ο Ελληνικός Στρατός σταμάτησε την ιταλική εισβολή του Οκτωβρίου 1940 στο Καλπάκι και την Πίνδο, πέρασε στην αντεπίθεση μέχρι την Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο και την Κλεισούρα και απέκρουσε την εαρινή επίθεση του 1941.
Η επέλαση του ελληνικού ιππικού πριν από την Κορυτσά, λιθογραφία του Φρίξου Αριστέως, 1940-41. Πηγή: Wikimedia Commons (κοινό κτήμα)
Το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου 1940 έγινε νίκη επειδή ο Ελληνικός Στρατός κέρδισε τις δύο πρώτες εβδομάδες του πολέμου, εκεί όπου η Ιταλία περίμενε έναν γρήγορο περίπατο. Η διπλωματική πλευρά της ημέρας, με το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι στον Ιωάννη Μεταξά στις 3 τα ξημερώματα, έχει καταγραφεί ήδη μέσα από τις αναφορές των Αμερικανών διπλωματών. Αυτό το άρθρο ακολουθεί τον πόλεμο στο πεδίο: πώς μια χώρα με μικρότερο στρατό, λίγα άρματα και ελάχιστα αεροσκάφη σταμάτησε την εισβολή στα σύνορα της Ηπείρου και της Πίνδου, πέρασε στην αντεπίθεση μέσα στο αλβανικό έδαφος και άντεξε έναν χειμώνα πολέμου στα βουνά. Ήταν η πρώτη χερσαία ήττα που υπέστη μια δύναμη του Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι λόγοι της έχουν σημασία και για τη σημερινή αμυντική σκέψη.
Καλπάκι και Πίνδος: οι πρώτες δύο εβδομάδες του Ελληνοϊταλικού πολέμου
Η ιταλική επίθεση ξεκίνησε στις 5:30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου από την Αλβανία, πριν καν λήξει η προθεσμία του τελεσιγράφου. Το κύριο βάρος έπεσε στην Ήπειρο, με στόχο τα Ιωάννινα, ενώ η 3η Αλπική Μεραρχία «Τζούλια» κινήθηκε μέσα από την Πίνδο προς το Μέτσοβο, για να κόψει την Ήπειρο από τη Μακεδονία. Η 8η Μεραρχία Πεζικού του υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου επέλεξε να δώσει τη μάχη στη γραμμή Ελαίας–Καλαμά, με κέντρο το Καλπάκι, αντί να συμπτυχθεί βαθύτερα. Εκεί οι ιταλικές επιθέσεις, με πεζικό, πυροβολικό και τεθωρακισμένα της Μεραρχίας «Κένταυρος», σκόνταψαν σε οχυρωμένες θέσεις, σε αντιαρματικά εμπόδια και σε ένα έδαφος που δεν άφηνε τα άρματα να ελιχθούν. Τα ελαφρά ιταλικά τεθωρακισμένα CV-33, σχεδιασμένα για γρήγορες κινήσεις, κόλλησαν στις λάσπες και στις χαράδρες του Καλαμά.

Ακόμη πιο κρίσιμη ήταν η Πίνδος. Το Απόσπασμα Πίνδου του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη, μια μικρή δύναμη απέναντι σε ολόκληρη αλπική μεραρχία, υποχώρησε μαχόμενο και καθυστέρησε τη «Τζούλια» αρκετά ώστε να φτάσουν ενισχύσεις. Ο Δαβάκης τραυματίστηκε βαριά στις 2 Νοεμβρίου, όμως η ιταλική προέλαση, που έφτασε μέχρι τη Βωβούσα και τη Σαμαρίνα, είχε απλωθεί σε δύσβατα βουνά χωρίς ασφαλή ανεφοδιασμό. Μονάδες πεζικού και ιππικού που ανέβηκαν από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία αντεπιτέθηκαν από τα πλευρά, και μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες η «Τζούλια» αναγκάστηκε να συμπτυχθεί με βαριές απώλειες σε νεκρούς και αιχμαλώτους. Στα ίδια μονοπάτια οι γυναίκες της Πίνδου και της Ηπείρου κουβαλούσαν πυρομαχικά, τρόφιμα και τραυματίες, όπου τα φορτηγά δεν μπορούσαν να φτάσουν.
Η ελληνική αντεπίθεση: Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Κλεισούρα
Από τις 14 Νοεμβρίου ο Ελληνικός Στρατός, υπό τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, πέρασε στην επίθεση. Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας χτύπησε τον ορεινό όγκο του Μοράβα και του Ιβάν, που προστάτευαν την Κορυτσά, και στις 22 Νοεμβρίου 1940 τα ελληνικά τμήματα μπήκαν στην Κορυτσά, τη μεγαλύτερη ιταλική βάση στη νοτιοανατολική Αλβανία. Η κατάληψή της έδωσε στον ελληνικό στρατό αποθήκες, πυροβόλα και οχήματα που είχαν συγκεντρωθεί για την εισβολή, και ήταν το πρώτο νέο που έκανε την Ευρώπη να καταλάβει ότι ο πόλεμος είχε αλλάξει κατεύθυνση.

Η προέλαση συνεχίστηκε σε όλο το μέτωπο. Οι Άγιοι Σαράντα έπεσαν στις 6 Δεκεμβρίου, το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου και η Χειμάρρα στις 22 Δεκεμβρίου, ενώ στις 10 Ιανουαρίου 1941 καταλήφθηκε η στενωπός της Κλεισούρας, που άνοιγε τον δρόμο προς την κοιλάδα της Βογιούσας και το Τεπελένι. Από εκεί και πέρα ο εχθρός δεν ήταν μόνο ο ιταλικός στρατός, που ενισχυόταν συνεχώς με νέες μεραρχίες από την Ιταλία, αλλά και ο χειμώνας. Οι ελληνικές μονάδες πολεμούσαν σε υψόμετρα πάνω από 1.500 μέτρα, με χιόνι και θερμοκρασίες πολύ κάτω από το μηδέν, με ανεφοδιασμό που έφτανε με μουλάρια και ανθρώπους, και τα κρυοπαγήματα έβγαλαν εκτός μάχης χιλιάδες άνδρες, συχνά περισσότερους από όσους έπεφταν από τα εχθρικά πυρά.

Πολεμική Αεροπορία και Πολεμικό Ναυτικό στον πόλεμο του 1940
Στον αέρα η αναλογία ήταν συντριπτική υπέρ της Ιταλίας. Η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία είχε λίγες δεκάδες αεροσκάφη πρώτης γραμμής, όπως τα πολωνικά καταδιωκτικά PZL P.24 και τα γαλλικά Bloch MB.151, απέναντι σε εκατοντάδες ιταλικά αεροσκάφη. Παρ’ όλα αυτά οι μοίρες δίωξης πολέμησαν πάνω από το μέτωπο και τις πόλεις, και στις 2 Νοεμβρίου 1940 ο ανθυποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης, χωρίς πυρομαχικά, χτύπησε με την έλικα του PZL του την ουρά ενός ιταλικού βομβαρδιστικού πάνω από τη Θεσσαλονίκη και το έριξε, ενώ στη συνέχεια προσγειώθηκε κοντά στα συντρίμμια και συνέλαβε μέλη του πληρώματος. Από τον Νοέμβριο στο πλευρό των Ελλήνων πολέμησαν και μοίρες της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας.

Το Πολεμικό Ναυτικό είχε μια αποστολή λιγότερο θεαματική αλλά καθοριστική: να μεταφέρει με ασφάλεια τις επιστρατευμένες μονάδες και τα εφόδια από τη νότια Ελλάδα προς τα λιμάνια που τροφοδοτούσαν το μέτωπο, παρά την ιταλική υπεροχή στη θάλασσα. Παράλληλα, τα αντιτορπιλικά έκαναν νυχτερινές επιδρομές στα Στενά του Οτράντο, από όπου περνούσαν οι ιταλικές νηοπομπές προς την Αλβανία, και τα υποβρύχια επιτέθηκαν σε ιταλικά μεταγωγικά στην Αδριατική. Το υποβρύχιο «Πρωτεύς» βύθισε το ιταλικό μεταγωγικό «Sardegna» στις 29 Δεκεμβρίου 1940 και χάθηκε την ίδια μέρα με όλο το πλήρωμά του. Η μνήμη εκείνου του Ναυτικού ξεκινά από την «Έλλη» της Τήνου, που τορπιλίστηκε δυόμισι μήνες πριν από τον πόλεμο.
Η εαρινή επίθεση του 1941 και η γερμανική εισβολή
Ο Μουσολίνι ήθελε να σώσει το γόητρό του πριν παρέμβει η Γερμανία. Στις 9 Μαρτίου 1941, με τον ίδιο παρόντα στο μέτωπο, ο ιταλικός στρατός εξαπέλυσε την εαρινή επίθεση στο κεντρικό τμήμα του μετώπου, ανάμεσα στον Άψο και τη Βογιούσα, με το βάρος στο Ύψωμα 731 και στα υψώματα της Τρεμπεσίνας. Οι ελληνικές μονάδες, εξαντλημένες από τον χειμώνα, κράτησαν τις θέσεις τους απέναντι σε επαναλαμβανόμενα κύματα πεζικού και πυροβολικού, και μετά από περίπου δύο εβδομάδες επιθέσεων η Ρώμη σταμάτησε την επιχείρηση χωρίς να κερδίσει ουσιαστικά έδαφος. Το Ύψωμα 731 έμεινε από τότε σύμβολο της ελληνικής άμυνας.
Στις 6 Απριλίου 1941 η Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά, με πιο γνωστό το Ρούπελ, αντιστάθηκαν για ημέρες απέναντι σε μια από τις ισχυρότερες στρατιωτικές μηχανές της εποχής, όμως η γρήγορη γερμανική κίνηση μέσα από τη Γιουγκοσλαβία απείλησε να κυκλώσει τον στρατό που βρισκόταν ακόμη στην Αλβανία. Ο Ελληνικός Στρατός δεν νικήθηκε από την Ιταλία: υποχρεώθηκε να σταματήσει τον αγώνα όταν μια δεύτερη μεγάλη δύναμη μπήκε στον πόλεμο από τα νώτα του.
Τι διδάσκει τώρα το Έπος του ’40
Το 1940 δεν κερδήθηκε μόνο με ηρωισμό, αν και ο ηρωισμός ήταν παντού. Κερδήθηκε επειδή η επιστράτευση λειτούργησε γρήγορα, οι αμυντικές θέσεις είχαν προετοιμαστεί, το έδαφος είχε μελετηθεί και οι διοικητές πήραν πρωτοβουλίες εκεί όπου το σχέδιο δεν αρκούσε, όπως ο Κατσιμήτρος στο Καλπάκι και ο Δαβάκης στην Πίνδο. Η Ιταλία, αντίθετα, υποτίμησε τον αντίπαλο, επιτέθηκε στην αρχή του χειμώνα με ανεπαρκείς δυνάμεις και στηρίχτηκε σε μέσα που δεν ταίριαζαν στο έδαφος. Είναι τα ίδια μαθήματα που επανέρχονται κάθε φορά που η Ελλάδα καλείται να απαντήσει σε μια επιβουλή: ένα μικρότερο κράτος μπορεί να σταθεί απέναντι σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο μόνο αν είναι προετοιμασμένο πριν από την πρώτη ημέρα του πολέμου.
Σχετικές αναλύσεις
28η Οκτωβρίου 1940: Τι έγραφαν οι Αμερικανοί διπλωμάτες για το τελεσίγραφο | «Alors, c’est la guerre»: Η απάντηση των Ελλήνων σε κάθε επιβουλή | Οι ιστορικοί μύθοι για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο | Ένα Έθνος που δεν μπορεί να νικηθεί
Στις 28 Οκτωβρίου 1940. Ο Ιταλός πρεσβευτής επέδωσε το τελεσίγραφο στον Ιωάννη Μεταξά στις 3 τα ξημερώματα και η ιταλική επίθεση από την Αλβανία ξεκίνησε στις 5:30 το πρωί, πριν λήξει η προθεσμία.
Στην Ήπειρο, στη γραμμή Ελαίας–Καλαμά με κέντρο το Καλπάκι, όπου αμύνθηκε η 8η Μεραρχία Πεζικού, και στην Πίνδο, όπου το Απόσπασμα Πίνδου του Κωνσταντίνου Δαβάκη και οι ενισχύσεις που ακολούθησαν ανάγκασαν τη Μεραρχία «Τζούλια» να συμπτυχθεί.
Οι ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στην Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου 1940. Ακολούθησαν οι Άγιοι Σαράντα στις 6 Δεκεμβρίου, το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου, η Χειμάρρα στις 22 Δεκεμβρίου και η Κλεισούρα στις 10 Ιανουαρίου 1941.
Η μεγάλη ιταλική επίθεση που ξεκίνησε στις 9 Μαρτίου 1941 με τον Μουσολίνι στο μέτωπο. Οι ελληνικές μονάδες κράτησαν τις θέσεις τους, κυρίως στο Ύψωμα 731, και η επίθεση σταμάτησε χωρίς ουσιαστικά κέρδη.
Ανθυποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας που στις 2 Νοεμβρίου 1940, χωρίς πυρομαχικά, χτύπησε με την έλικα του PZL P.24 την ουρά ενός ιταλικού βομβαρδιστικού πάνω από τη Θεσσαλονίκη και το κατέρριψε.




