Η Καρπασία είναι το μακρύ βορειοανατολικό «χέρι» της Κύπρου και εκεί έμεινε, μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και τη διχοτόμηση, μια μικρή και γερασμένη ομάδα Ελληνοκυπρίων. Στην απόφαση της 10ης Μαΐου 2001 για την υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι οι εγκλωβισμένοι υπέστησαν διακρίσεις που συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση και ότι υπεύθυνη είναι η Τουρκία. Έκθεση του ΟΗΕ του Ιανουαρίου 2026 δείχνει ότι Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες στα κατεχόμενα εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις παραδόσεις βοήθειας της ειρηνευτικής δύναμης.
Ποιοι είναι οι εγκλωβισμένοι
Το Δικαστήριο υιοθέτησε εύρημα της πρώην Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που η Τουρκία δεν αμφισβήτησε: εκτός από μερικές εκατοντάδες Μαρωνίτες στην περιοχή του Κορμακίτη και τους Ελληνοκυπρίους της Καρπασίας, ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός του βορρά είχε φύγει και η μεγάλη πλειονότητά του ζούσε πλέον στο νότο. Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι από περίπου 20.000 Ελληνοκυπρίους της Καρπασίας το 1974 είχαν μείνει 429, ενώ στον βορρά ζούσαν 177 Μαρωνίτες. Οι αριθμοί αυτοί είναι της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως τους κατέθεσε το 2001, και δεν προέρχονται από επίσημη απογραφή.
Γιατί ευθύνεται η Τουρκία
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι τα ζητήματα υπάγονταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αρχών του βορρά. Το Δικαστήριο το απέρριψε: επειδή ασκεί «αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο» στο βόρειο τμήμα του νησιού, η ευθύνη της Τουρκίας δεν περιορίζεται στις πράξεις των στρατιωτών ή των αξιωματούχων της, αλλά καλύπτει και τις πράξεις της τοπικής διοίκησης που επιβιώνει χάρη στην τουρκική στρατιωτική και άλλη στήριξη. Οι παραβιάσεις της Σύμβασης στα κατεχόμενα καταλογίζονται επομένως στην Τουρκία. Το σκεπτικό βασίζεται στην προηγούμενη απόφαση Λοϊζίδου.
Η ζωή στην Καρπασία κατά το Δικαστήριο
Η απόφαση στηρίχθηκε σε προηγούμενη ανθρωπιστική επισκόπηση του ΟΗΕ για την Καρπασία και στις ακροάσεις και τις επισκέψεις των αντιπροσώπων της Επιτροπής σε ελληνοκυπριακά χωριά τον Φεβρουάριο του 1998. Με βάση τα στοιχεία αυτά διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων:
- Ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (άρθρο 8): περιορισμοί που επιβλήθηκαν ως πολιτική, χωρίς νομική βάση, ισοδυναμούσαν με αναγκαστικό χωρισμό οικογενειών. Οι κάτοικοι παρακολουθούνταν στις επαφές και τις μετακινήσεις τους και έπρεπε να δικαιολογούν ακόμη και συνηθισμένες διαδρομές έξω από το χωριό. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε «εξαιρετικά παρεμβατική» την επιτήρηση, που έφτανε στην παρουσία κρατικών οργάνων σε σπίτια κατά τις φιλικές επισκέψεις.
- Θρησκευτική ελευθερία (άρθρο 9): παραβίαση σε βάρος των Ελληνοκυπρίων του βορρά.
- Παιδεία και έκφραση: δεν υπήρχε κατάλληλη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τα βιβλία του δημοτικού υφίσταντο υπερβολική λογοκρισία.
- Περιουσία: τα υπάρχοντά τους δεν προστατεύονταν αν έφευγαν οριστικά και τα κληρονομικά δικαιώματα των συγγενών στο νότο δεν αναγνωρίζονταν.
- Εξευτελιστική μεταχείριση (άρθρο 3): οι παρεμβάσεις στρέφονταν εναντίον τους «ακριβώς επειδή ανήκαν σε αυτή την κατηγορία προσώπων» και εξηγούνταν μόνο από την εθνοτική καταγωγή, τη φυλή και τη θρησκεία τους. Το Δικαστήριο περιέγραψε μια κοινότητα απομονωμένη, με περιορισμένη κίνηση, ελεγχόμενη και χωρίς προοπτική ανανέωσης, της οποίας οι συνθήκες ήταν «εξευτελιστικές».
Οι περισσότερες διαπιστώσεις προέκυψαν με 16 ψήφους υπέρ και μία κατά. Το Δικαστήριο απέρριψε ορισμένες άλλες καταγγελίες της Κύπρου, όπως για την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, και δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 με 11 ψήφους έναντι 6.
Τα υπόλοιπα σημεία της ίδιας απόφασης
Η Καρπασία ήταν μόνο ένα μέρος της καταδίκης. Το Δικαστήριο διαπίστωσε διαρκείς παραβιάσεις των άρθρων 2 και 5, επειδή η Τουρκία δεν διερεύνησε αποτελεσματικά την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων, και διαρκή παραβίαση του άρθρου 3 σε βάρος των συγγενών τους. Διαπίστωσε επίσης διαρκή παραβίαση του άρθρου 8, αφού κανένας εκτοπισμένος Ελληνοκύπριος δεν είχε δικαίωμα επιστροφής στο σπίτι του στον βορρά, και διαρκή παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία, αφού οι ιδιοκτήτες δεν είχαν πρόσβαση, χρήση ή αποζημίωση. Για τους αγνοουμένους, δείτε τα πρόσφατα στοιχεία της Διερευνητικής Επιτροπής.
Τι λέει τώρα ο ΟΗΕ
Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα για την UNFICYP (S/2026/8, 5 Ιανουαρίου 2026), που καλύπτει την περίοδο από τις 12 Ιουνίου έως τις 15 Δεκεμβρίου 2025, αναφέρει ότι η αποστολή παρέδωσε βασικά είδη σε 283 Ελληνοκυπρίους και 45 Μαρωνίτες στον βορρά, διευκόλυνε τρεις μεταφορές σορών Ελληνοκυπρίων από τα σημεία διέλευσης και παρακολούθησε 20 δικαστικές συνεδριάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές για πέντε Ελληνοκυπρίους που συνελήφθησαν στον βορρά στις 19 Ιουλίου 2025. Τρεις από αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι αργότερα.
Όσον αφορά τη θρησκευτική ελευθερία, οι τουρκοκυπριακές αρχές ενέκριναν 28 από τα 57 αιτήματα για λειτουργίες που διαβιβάστηκαν μέσω της UNFICYP, έναντι 28 από 59 την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Εγκρίθηκε ο διορισμός και των επτά Ελληνοκυπρίων δασκάλων για τα σχολεία του Ριζοκαρπάσου για το 2025/26. Για τα σχολικά βιβλία, η τουρκοκυπριακή πλευρά έκρινε ότι 37 από τα 97 βιβλία του δημοτικού και 54 από τα 191 της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης περιείχαν «εμπρηστική γλώσσα». Η εκτίμηση αυτή ανήκει στην τουρκοκυπριακή πλευρά και δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου του 2001 για υπερβολική λογοκρισία.
Η απόφαση για την Καρπασία είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου διεθνές δικαστήριο περιγράφει παράγραφο προς παράγραφο τι σήμαινε ο τουρκικός έλεγχος για όσους Ελληνοκυπρίους έμειναν, και αποτελεί μέρος του νομικού υλικού στο οποίο στηρίζονται η Κυπριακή Δημοκρατία, η ΕΕ και ο ΟΗΕ όταν λένε ότι η υφιστάμενη κατάσταση είναι απαράδεκτη. Για το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο δείτε το ρεπορτάζ για το σχέδιο Ανάν και το αίτημα του Χριστοδουλίδη για την Αμμόχωστο ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύθηκε στο Geopolitiki. Πηγές: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κύπρος κατά Τουρκίας (προσφυγή 25781/94, απόφαση Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, 10 Μαΐου 2001), έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ S/2026/8.




