Στις 24 Απριλίου 2004, σε ξεχωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα, το 75,8% των Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων απέρριψε το σχέδιο του ΟΗΕ για την επανένωση της Κύπρου ως ομοσπονδίας δύο συνιστώντων κρατών, ενώ το 64,9% των Τουρκοκυπρίων το ενέκρινε. Το σχέδιο χρειαζόταν «ναι» και από τις δύο πλευρές, γι’ αυτό δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ακόμη διαιρεμένη.
Από το Μπούργκενστοκ στη 31η Μαρτίου
Ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν οριστικοποίησε το κείμενο τη 31η Μαρτίου 2004, κοντά στα μεσάνυχτα, μετά από συνομιλίες στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας. Η συμφωνία της 13ης Φεβρουαρίου 2004 του επέτρεπε να ολοκληρώσει ο ίδιος το σχέδιο αν τα μέρη δεν συμφωνούσαν, και οι διαπραγματεύσεις είχαν διεξαχθεί σε τρεις φάσεις μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου.
Το πακέτο ήταν κάτι περισσότερο από σύνταγμα. Η Συμφωνία Θεμελίωσης θα δημιουργούσε μια Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία από ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό κράτος υπό ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Συνοδευόταν από συνθήκη για τη «νέα κατάσταση πραγμάτων» με πρόσθετα πρωτόκολλα στις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης, Εγγυήσεως και Συμμαχίας του 1960, από πράξη προσαρμογής των όρων ένταξης στην ΕΕ και από αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που θα επικύρωναν τη συμφωνία, θα απαγόρευαν τις προμήθειες όπλων στην Κύπρο και θα ενέκριναν επιχείρηση του ΟΗΕ. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσος Παπαδόπουλος ζήτησε να μην επικυρώσει το Συμβούλιο τη συμφωνία πριν από το δημοψήφισμα και το αίτημα διαβιβάστηκε.
Τι θα άλλαζε
- Ομοσπονδιακή κυβέρνηση: Προεδρικό Συμβούλιο εννέα μελών, από τα οποία τρία χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η προεδρία θα εναλλασσόταν κάθε 20 μήνες μεταξύ μελών των δύο κρατών, με πρώτο Ελληνοκύπριο που θα την κρατούσε 40 από τους πρώτους 60 μήνες.
- Έδαφος: η πλειονότητα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, περίπου 120.000 εκτιμά η έκθεση, θα μπορούσε να επιστρέψει σε σπίτια υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, ενώ περίπου το ένα τέταρτο των Τουρκοκυπρίων θα έπρεπε να μετεγκατασταθεί.
- Περιουσίες: οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι θα ανακτούσαν μέρος της περιουσίας τους στο τουρκοκυπριακό κράτος, συνήθως το πρώην σπίτι και το ένα τρίτο της γης, με περισσότερα για μικροϊδιοκτήτες και ολόκληρη για όσους επέστρεφαν σε τέσσερα χωριά της Καρπασίας και στον Κορμακίτη.
- Κάτοικοι: με δικλίδες ασφαλείας, το τουρκοκυπριακό κράτος θα μπορούσε να διατηρεί ως ομιλητές της επίσημης γλώσσας του τουλάχιστον τα δύο τρίτα των μόνιμων Κυπρίων κατοίκων του. Και πάλι, εκτιμά η έκθεση, θα μπορούσαν να εγκατασταθούν σταδιακά περίπου 100.000 Ελληνοκύπριοι.
- Στρατεύματα: τα επίπεδα της Συνθήκης Συμμαχίας, 950 Έλληνες και 650 Τούρκοι στρατιώτες, θα μπορούσαν να παραμείνουν ακόμη και μετά την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, με επανεξετάσεις με στόχο την τελική αποχώρηση με κοινή συναίνεση. Οι ενδιάμεσοι αριθμοί μειώνονταν σημαντικά από τους 6.000 της προηγούμενης εκδοχής του σχεδίου.
- Έποικοι: κατάλογος έως 45.000 ατόμων ανά πλευρά θα αποκτούσε την κυπριακή ιθαγένεια. Ο Παπαδόπουλος ανέφερε 119.000 «εποίκους», αριθμό που η τουρκοκυπριακή πλευρά αμφισβήτησε. Με τα ελληνοκυπριακά στοιχεία, περίπου οι μισοί θα έπρεπε να φύγουν.
- Εγγυήσεις: οι διατάξεις της Συνθήκης Εγγυήσεως δεν άλλαζαν, εκτός από μια νέα αναφορά στο διεθνές δίκαιο και στον Χάρτη του ΟΗΕ.
- Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα ζητούσε από το Δικαστήριο να διαγράψει εκκρεμείς υποθέσεις περιουσιών και να παραπέμψει τους προσφεύγοντες σε εγχώριο μηχανισμό, χωρίς να περιορίζεται η ατομική προσφυγή.
Γιατί το «όχι»
Στις 7 Απριλίου 2004 ο Παπαδόπουλος κάλεσε με διάγγελμα σε «ηχηρό όχι», αμφισβητώντας γιατί πρέπει να καταργηθεί το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος ακριβώς τη στιγμή που ενισχύει το πολιτικό του βάρος με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μεγαλύτερο κόμμα, το ΑΚΕΛ, ζήτησε «μαλακό όχι», εκτός αν δίνονταν πρόσθετες εγγυήσεις ασφάλειας και εφαρμογής. Οι δύο άμεσοι προκάτοχοι του Παπαδόπουλου, ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Γιώργος Βασιλείου, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης και η ελληνική κυβέρνηση τάχθηκαν υπέρ του σχεδίου.
Οι αντιρρήσεις περιστρέφονταν γύρω από το αν η Τουρκία θα τηρούσε τη συμφωνία. Τουρκικά στρατεύματα θα έμεναν στο νησί με βάση τη Συνθήκη Συμμαχίας, η Συνθήκη Εγγυήσεως έμενε ως είχε και ο αριθμός των εποίκων από την Τουρκία αμφισβητούνταν. Ο Γενικός Γραμματέας παραδέχθηκε ότι οι φόβοι για την ασφάλεια και την εφαρμογή «φαίνεται να είναι έντονοι» στους Ελληνοκύπριους και είπε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θα έκανε καλά να είναι έτοιμο να τους αντιμετωπίσει.
Η έκθεση του ΟΗΕ γράφει ότι οι φόβοι αυτοί στηρίζονται «σε σημαντικό βαθμό στην ιστορική δυσπιστία για τις τουρκικές προθέσεις». Η ρίζα της δυσπιστίας είναι η εισβολή του 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή: η κυπριακή κυβέρνηση περιγράφει ότι η Τουρκία εισέβαλε στις 20 Ιουλίου 1974 με πρόσχημα το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, κατά παράβαση του Χάρτη του ΟΗΕ, με αποτέλεσμα στρατιωτική κατοχή, βίαιη διαίρεση, εκτοπισμό Ελληνοκυπρίων και το ζήτημα των αγνοουμένων. Για το τελευταίο, τα επίσημα στοιχεία παρουσιάζονται στο ρεπορτάζ μας για τους 920 αγνοούμενους της Κύπρου.
Ο Γενικός Γραμματέας είχε διαφορετική εκτίμηση για τη στάση της Λευκωσίας. Σημείωσε ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά κατέθεσε στις 25 Μαρτίου κατάλογο 44 σελίδων με αιτήματα χωρίς ιεράρχηση και ότι το διάγγελμα της 7ης Απριλίου δεν αντανακλούσε με ακρίβεια το περιεχόμενο του σχεδίου.
Το αποτέλεσμα και η αντίδραση του ΟΗΕ
Ο ειδικός σύμβουλος του Ανάν Άλβαρο ντε Σότο είπε στη Λευκωσία ότι «χάθηκε μια μοναδική και ιστορική ευκαιρία για να λυθεί το Κυπριακό». Ο Γενικός Γραμματέας έγραψε στην έκθεσή του: «Η απόφαση των Ελληνοκυπρίων πρέπει να γίνει σεβαστή. Ωστόσο, αποτελεί σοβαρή οπισθοδρόμηση». Μετά το δημοψήφισμα έκρινε το σχέδιο «νομικά άκυρο και ανίσχυρο» και δήλωσε ότι δεν έβλεπε βάση για επανάληψη των καλών υπηρεσιών όσο διαρκούσε το αδιέξοδο. Ο ντε Σότο σημείωσε ότι το νησί θα παρέμενε «διαιρεμένο και στρατιωτικοποιημένο».
Για το βόρειο τμήμα η έκθεση υπενθύμισε ότι το ψήφισμα 541 του 1983 έκρινε νομικά άκυρη τη διακήρυξη του αποσχισθέντος μορφώματος και κάλεσε τα κράτη να μην αναγνωρίσουν κανένα κυπριακό κράτος εκτός από την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ το 550 του 1984 ζήτησε να μη διευκολύνουν ούτε να υποστηρίζουν το μόρφωμα. Ο Ανάν ζήτησε από τα κράτη να μετριάσουν την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων «όχι με σκοπό την αναγνώριση ή τη στήριξη της απόσχισης».
Η συνέχεια
Για την περιφραγμένη Αμμόχωστο βλ. τις πρόσφατες δηλώσεις του Χριστοδουλίδη ότι η Αμμόχωστος είναι το σημαντικότερο μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Για τη συνάντηση των δύο ηγετών βλ. το ρεπορτάζ για το Φεστιβάλ Ειρήνης της Πύλας. Η κατοχή που προηγήθηκε του σχεδίου δεν έληξε με το δημοψήφισμα.
Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύθηκε στο Geopolitiki. Πηγές: έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την αποστολή καλών υπηρεσιών (S/2004/437, 28 Μαΐου 2004), UN News (24 Απριλίου 2004), Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου στον ΟΗΕ.




