Γράφει φίλος και αναγνώστης του NEMESISHD.GR – Τα τελευταία χρόνια η αμυντική πολιτική της χώρας παρουσιάζεται ως μια αλυσίδα επιτυχιών. Νέα μαχητικά, νέες φρεγάτες, φιλόδοξα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην επιφάνεια, όλα δείχνουν να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Στην ουσία όμως, η εικόνα αυτή καλύπτει μια βαθιά στρατηγική ανεπάρκεια: όλα γίνονται αποσπασματικά, χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό για το «μετά» και χωρίς σοβαρή προσαρμογή στο πραγματικό πεδίο μάχης του 21ου αιώνα.
Οι πολιτικές ευθύνες είναι συγκεκριμένες και διαχρονικές. Δεν πρόκειται για τεχνικά λάθη ή κακές συγκυρίες. Πρόκειται για συνειδητές επιλογές διαχείρισης χωρίς στρατηγικό βάθος. Εδώ και χρόνια επισημαίνεται ότι κάθε θετικό βήμα συνοδεύεται από πολλαπλάσια αρνητικά που αποσιωπούνται επικοινωνιακά. Το πρόβλημα δεν είναι ότι γίνονται αγορές, αυτό είναι κάτι το θετικό με δεδομένα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας – το πρόβλημα είναι ότι παρουσιάζονται ως πανάκεια.
Η διαρκής προβολή εξοπλιστικών επιτυχιών τύπου «πήραμε FDI, Rafale και F-35» δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας αυτόματης ενίσχυσης αποτροπής. Όμως χωρίς επαρκή όπλα, αποθέματα πυρομαχικών, σύγχρονο δόγμα, διακλαδική επιχειρησιακή στόχευση και σοβαρό σχεδιασμό μακράς πνοής, τα πιο προηγμένα μέσα κινδυνεύουν να καταλήξουν ακριβές βιτρίνες αντί για πραγματικούς πολλαπλασιαστές ισχύος όπως αρκετές φορές έχουμε αναφέρει. Η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται σε ανακοινώσεις αλλά σε αντοχή στον χρόνο και ικανότητα πολέμου υψηλής έντασης που η Τουρκία να είστε σίγουροι θα επιδιώξει.
Την ίδια στιγμή, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία παραμένει εγκλωβισμένη σε επίπεδο εξαγγελιών. Οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες αναζητούν στοιχειώδη συνεργασία με το κράτος, αντί να εντάσσονται σε έναν εθνικό σχεδιασμό παραγωγής, υποστήριξης και εξέλιξης οπλικών συστημάτων. Χωρίς βιομηχανικό υπόβαθρο, κάθε σύγκρουση αποκτά ημερομηνία λήξης.
Συχνά προβάλλεται το αφήγημα ότι οι παλαιότερες Ένοπλες Δυνάμεις υστερούσαν λόγω «μεγάλων αριθμών» ή ξεπερασμένου δόγματος. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική: αποδυναμώθηκαν από χρόνια εγκατάλειψη, ελλιπή συντήρηση και πολιτική αδιαφορία που οδήγησε σε επιχειρησιακά εγκλήματα οριακής απόσυρσης κρίσιμων μέσων. Και όλα αυτά πριν ακόμη εμφανιστεί η οικονομική κρίση του 2008 – όταν κυβερνούσαν τα ίδια πολιτικά σχήματα που σήμερα επιχειρούν να αναθεωρήσουν την ιστορία.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η έλλειψη σοβαρής προσαρμογής στις σύγχρονες μορφές πολέμου. Σμήνη drones, επιθέσεις κορεσμού, ηλεκτρονικός πόλεμος, βαλλιστικές απειλές και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις καθορίζουν πλέον τα πεδία σύγκρουσης στα οποία ο αντίπαλος έχει ήδη επενδύσει μέσω εγχώριων πρωτοβουλιών και αγορών από τις αρχές του 2000. Δεν αρκεί η αγορά μεμονωμένων αντιαεροπορικών συστημάτων ή drone αν δεν εντάσσονται σε ενιαίο πλέγμα διοίκησης και ελέγχου, με αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων και ξεκάθαρη επιχειρησιακή φιλοσοφία.
Το αποτέλεσμα είναι η οικοδόμηση μιας δύναμης “βιτρίνας”: εντυπωσιακής επικοινωνιακά, αλλά με σοβαρά ερωτήματα αντοχής σε πραγματική σύγκρουση υψηλής έντασης και διάρκειας. Αυτή η ψευδαίσθηση ισχύος είναι ίσως πιο επικίνδυνη και από την ανοιχτή αδυναμία, γιατί οδηγεί σε εφησυχασμό κοινωνίας και πολιτικού συστήματος.
Απέναντί μας υπάρχει αντίπαλος που ήδη επενδύει μαζικά σε βαλλιστικά προγράμματα, drones (μέχρι και τύπου Loyal Wingman μέσω του KIZILELMA) και νέες τεχνολογίες πολέμου, προσαρμόζοντας διαρκώς το δόγμα του στις εξελίξεις. Αυτή η πραγματικότητα είχε επισημανθεί έγκαιρα εδώ και δεκαετίες, αλλά αντιμετωπίστηκε τότε ως υπερβολή ή κινδυνολογία από επιτελείς των κλάδων.
Η ιστορία δείχνει ξεκάθαρα ότι κράτη δεν καταρρέουν επειδή είχαν λιγότερα σύγχρονα όπλα, αλλά επειδή δεν διέθεταν στρατηγική συνέχεια, παραγωγική βάση και αντοχή σε παρατεταμένη σύγκρουση. Χωρίς αυτά, ακόμη και οι πιο εντυπωσιακές πλατφόρμες γίνονται εύθραυστες.
Αν δεν υπάρξει άμεση στροφή σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, πραγματική ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, διακλαδική στρατηγική και προσαρμογή στον σύγχρονο πόλεμο, τότε απλώς ανακυκλώνουμε τα λάθη του παρελθόντος με ακριβότερα μέσα.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη χρημάτων. Είναι η έλλειψη στρατηγικής. Και αυτή, δυστυχώς, δεν αγοράζεται με καμία σύμβαση.





