Στη φάση της υλοποίησης περνά το νέο υποθαλάσσιο τηλεπικοινωνιακό καλώδιο Ebla, το οποίο θα συνδέσει απευθείας τη Συρία με την Κύπρο, δημιουργώντας μία νέα διαδρομή μεταφοράς δεδομένων από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη και τα διεθνή δίκτυα.
Το Υπουργείο Επικοινωνιών και Πληροφορικής της Συρίας ανακοίνωσε στις 13 Σεπτεμβρίου ότι η σχετική συμφωνία υπεγράφη μεταξύ της Syrian Telecommunications Establishment, της Cyta και της αμερικανικής UNIFI Communications. Σύμφωνα με τον επίσημο σχεδιασμό, το σύστημα προβλέπεται να τεθεί σε εμπορική λειτουργία στις αρχές του 2028.
Το έργο αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο λόγω της μεγάλης αύξησης της διαθέσιμης χωρητικότητας για τη Συρία, αλλά και επειδή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό δημιουργίας εναλλακτικών ψηφιακών διαδρομών που θα συνδέουν Ευρώπη, Μέση Ανατολή, χώρες του Κόλπου και Ασία.
Από την Ταρτούς στον Πεντάσχοινο με 24 ζεύγη οπτικών ινών
Το Ebla θα συνδέει την Ταρτούς στις συριακές ακτές με τον σταθμό προσαιγιάλωσης υποθαλάσσιων καλωδίων στον Πεντάσχοινο της Κύπρου. Θα διαθέτει 24 ζεύγη οπτικών ινών, με αρχική χωρητικότητα 31 terabits ανά δευτερόλεπτο (Tbps) κατά την έναρξη λειτουργίας και δυνατότητα αναβάθμισης έως τα 370 Tbps.
Η UNIFI, σε ανακοίνωσή της τον Αύγουστο για το ίδιο έργο υπό την ονομασία UGARIT 2, είχε περιγράψει ένα σύστημα περίπου 240 χιλιομέτρων, χωρίς υποθαλάσσιους επαναλήπτες, με ακριβώς τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά: 24 ζεύγη ινών, 31 Tbps αρχική χωρητικότητα και μέγιστη σχεδιασμένη χωρητικότητα 370 Tbps.
Η διαφορά σε σχέση με την υφιστάμενη σύνδεση είναι δραστική. Το νέο σύστημα προορίζεται να διαδεχθεί το UGARIT, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία το 1995 και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σύνδεσμο μεταξύ Συρίας και Κύπρου. Η συριακή πλευρά αναφέρει ότι, μετά τις αναβαθμίσεις του 2025, η διαθέσιμη χωρητικότητά του ανέρχεται περίπου στα 2 Tbps.
Η δημιουργία πρόσθετων διαδρομών θεωρείται κρίσιμη και για την ανθεκτικότητα του συριακού δικτύου, καθώς περιορίζει την εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό διεθνών συνδέσεων και επιτρέπει εναλλακτική δρομολόγηση δεδομένων σε περίπτωση τεχνικής βλάβης ή διακοπής.
Prysmian, Elettra και Nokia στην κατασκευή
Οι προπαρασκευαστικές εργασίες έχουν ήδη αρχίσει, με θαλάσσιες έρευνες στη διαδρομή μεταξύ Ταρτούς και Κύπρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το επίσημο συριακό πρακτορείο SANA, η NSW, θυγατρική της Prysmian, έχει αναλάβει τις εργασίες που σχετίζονται με το θαλάσσιο καλώδιο, η Elettra θα πραγματοποιήσει την εγκατάσταση, ενώ η Nokia θα προμηθεύσει τον εξοπλισμό οπτικής μετάδοσης.
Το πρόγραμμα προβλέπει την ολοκλήρωση της πόντισης, των δοκιμών και της δοκιμαστικής λειτουργίας πριν από την εμπορική ενεργοποίηση στις αρχές του 2028. Το χρονοδιάγραμμα, ωστόσο, εξακολουθεί να εξαρτάται από τις απαιτούμενες αδειοδοτήσεις, τις θαλάσσιες συνθήκες και τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων πλοίων.
Η UNIFI είχε επισημάνει επίσης ότι το πρόγραμμα τελεί υπό κανονιστικές και επιχειρησιακές προϋποθέσεις, αναφέροντας μεταξύ άλλων περιφερειακούς κινδύνους ασφαλείας, καιρικές συνθήκες και δυνατότητα των κατασκευαστών να τηρήσουν τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα.
Το τρίπτυχο Ebla, Medusa και SilkLink
Το Ebla αποτελεί τμήμα ενός σημαντικά ευρύτερου σχεδίου αναμόρφωσης των τηλεπικοινωνιακών υποδομών της Συρίας. Η Δαμασκός προωθεί παράλληλα τη συμμετοχή της στο υποθαλάσσιο σύστημα Medusa, το οποίο αναπτύσσεται σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και περιλαμβάνει την Ταρτούς στον σχεδιασμό των σημείων προσαιγιάλωσής του. Η επίσημη ιστοσελίδα του Medusa καταγράφει την προσθήκη της Ταρτούς ως νέο landing point ήδη από το 2025.
Κρίσιμος κρίκος της ίδιας στρατηγικής είναι το SilkLink, το εθνικό δίκτυο οπτικών ινών που αναπτύσσεται με τη συμμετοχή του σαουδαραβικού ομίλου stc. Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση στο Saudi Exchange, το έργο έχει αξία περίπου 3 δισ. σαουδαραβικών ριάλ και προβλέπει περισσότερα από 4.500 χιλιόμετρα οπτικών ινών, καθώς και data centers και σταθμούς διεθνών υποθαλάσσιων καλωδίων.
Η λογική είναι σαφής: τα υποθαλάσσια καλώδια θα εξασφαλίζουν τη διεθνή χωρητικότητα, ενώ το SilkLink θα τη μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας, συνδέοντας πόλεις, παρόχους, κέντρα δεδομένων και συνοριακούς κόμβους. Με αυτό το μοντέλο, η Συρία επιδιώκει σταδιακά να μετατραπεί από τελικό προορισμό διεθνούς τηλεπικοινωνιακής κίνησης σε ενδιάμεσο κόμβο μεταφοράς δεδομένων μεταξύ Ευρώπης, αραβικού κόσμου και Ασίας.
Η Κύπρος ως διεθνής πύλη
Ο Σύρος υπουργός Επικοινωνιών και Πληροφορικής Αμπντουλσαλάμ Χάικαλ δήλωσε ότι το Ebla αποκαθιστά και αναβαθμίζει την απευθείας σύνδεση της Συρίας με τον υπόλοιπο κόσμο μέσω της Κύπρου, ενώ το Medusa θα προσφέρει πρόσθετες διεθνείς επιλογές. Παράλληλα, ανέφερε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για επιπλέον καλώδια που θα μπορούσαν να συνδεθούν με σταθμούς στην Ταρτούς και στην περιοχή Μαζράα της Λαττάκειας.
Από την πλευρά της Cyta, ο Γιώργος Μετζάκης υπογράμμισε τη σημασία των επενδύσεων σε περιφερειακές και διεθνείς τηλεπικοινωνιακές υποδομές για την ασφαλή και ανθεκτική συνδεσιμότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Για την Κύπρο, η σύνδεση ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο της ως περιφερειακού τηλεπικοινωνιακού κόμβου, μέσω του οποίου μπορούν να διοχετεύονται δεδομένα από την ανατολική ακτή της Μεσογείου προς ευρωπαϊκά και παγκόσμια δίκτυα.
Από το UGARIT 2 στο Ebla – Το ίδιο έργο με νέο όνομα;
Η πλέον ενδιαφέρουσα πτυχή αφορά την αλλαγή ονομασίας. Στις 11 Αυγούστου 2026, η UNIFI Communications είχε ανακοινώσει επισήμως την υπογραφή Construction & Maintenance Agreement για το UGARIT 2, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στη Δαμασκό στις 28 Ιουλίου μεταξύ των UNIFI, Syrian Telecommunications Establishment και Cyta.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του UGARIT 2 ταυτίζονται με εκείνα που δημοσιοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο για το Ebla: ίδια διαδρομή Πεντάσχοινος–Ταρτούς, ίδιοι τρεις βασικοί εταίροι, 24 ζεύγη ινών, χωρητικότητα 31 Tbps κατά την έναρξη, δυνατότητα επέκτασης στα 370 Tbps και στόχος εμπορικής λειτουργίας στις αρχές του 2028. Τα διαθέσιμα στοιχεία επομένως συγκλίνουν στο ότι πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο τηλεπικοινωνιακό σύστημα, το οποίο παρουσιάζεται πλέον από τη συριακή κυβέρνηση με την ονομασία Ebla.
Η εξέλιξη δεν αλλάζει την ουσία του σχεδιασμού: εφόσον τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα, η σύνδεση Κύπρου–Συρίας θα αποκτήσει από το 2028 πολλαπλάσια χωρητικότητα και θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς κρίκους της νέας ψηφιακής αρχιτεκτονικής που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο.

