Νέα συζήτηση για τους ελληνικούς χειρισμούς στην Κάσο προκαλεί η τοποθέτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Άγγελου Συρίγου, ο οποίος, αναφερόμενος στα περιστατικά με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τη διάρκεια των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα σαφή διατύπωση: «Και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε. Δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού».
Η δήλωση αφορά τα επεισόδια του 2024 γύρω από τις εργασίες για τον Great Sea Interconnector, το μεγάλο υποθαλάσσιο έργο που σχεδιάζεται να συνδέσει ηλεκτρικά την Κρήτη με την Κύπρο και, σε μεταγενέστερη φάση, με το Ισραήλ.
Η σημασία της τοποθέτησης Συρίγου βρίσκεται κυρίως στο ότι διαφοροποιείται από όσα είχε δηλώσει επανειλημμένα η ελληνική κυβέρνηση μετά τα γεγονότα στην περιοχή.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε αναφέρει επισήμως ότι τουρκικά πολεμικά πλοία είχαν πράγματι εμφανιστεί στην περιοχή των ερευνών, υποστηρίζοντας όμως ότι αποχώρησαν μέσα σε περίπου 24 ώρες και ότι οι έρευνες ολοκληρώθηκαν «100% σύμφωνα με τον σχεδιασμό». Είχε επίσης απορρίψει κατηγορηματικά την εκδοχή περί ελληνικής υποχώρησης.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο περιγραφές αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή ο κ. Γεραπετρίτης διατήρησε ουσιαστικά την ίδια θέση ακόμη και τον Σεπτέμβριο του 2026. Αναφερόμενος εκ νέου στην Κάσο, δήλωσε ότι οι τουρκικές αξιώσεις δεν εμποδίζουν την πρόοδο του έργου και τόνισε πως η άδεια για τις εργασίες δίνεται από την Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται εξουσιοδότηση άλλου κράτους.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ερμηνεία των γεγονότων του 2024. Αγγίζει ευθέως το ευρύτερο ελληνοτουρκικό πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η Άγκυρα προβάλλει θαλάσσιες διεκδικήσεις που συνδέει, μεταξύ άλλων, με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ η Αθήνα απορρίπτει τη νομική βάση αυτών των θέσεων.
Ο Great Sea Interconnector έχει ταυτόχρονα σαφή ευρωπαϊκή διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον χαρακτηρίζει έργο στρατηγικής σημασίας για τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Η διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου έχει μήκος περίπου 898 χιλιομέτρων, ενώ η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του Connecting Europe Facility φθάνει τα 658 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η Κομισιόν αναγνώρισε το 2026 ότι το έργο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει καθυστερήσεις, ενώ το Reuters είχε ήδη καταγράψει από το 2024 τον γεωπολιτικό παράγοντα και τις αντικρουόμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις Ελλάδας και Τουρκίας ως σημαντική παράμετρο για την πορεία του.
Η δήλωση του Άγγελου Συρίγου επαναφέρει επομένως ένα συγκεκριμένο ερώτημα στο επίκεντρο: αν οι έρευνες ολοκληρώθηκαν πράγματι όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί ή αν, υπό την πίεση της τουρκικής ναυτικής παρουσίας, η ελληνική πλευρά επέλεξε δύο φορές να μην προχωρήσει στο επόμενο στάδιο των εργασιών.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές αποτιμήσεις των ίδιων επεισοδίων. Από τη μία βρίσκεται η επανειλημμένη επίσημη θέση του υπουργείου Εξωτερικών ότι δεν υπήρξε υποχώρηση ούτε αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας. Από την άλλη, η διατύπωση Συρίγου ότι «και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε», η οποία προσθέτει πλέον μια διαφορετική πολιτική και επιχειρησιακή ανάγνωση όσων συνέβησαν στην περιοχή της Κάσου.

