Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επέλεξε το ΝΑΤΟ και το Άρθρο 5 για να απαντήσει στην κριτική που δέχεται η νεοσύστατη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, μετά τις επανειλημμένες επιθέσεις των Χούθι εναντίον της Σαουδικής Αραβίας. Η σύγκριση, όμως, παρά τη ρητορική της αποτελεσματικότητα, παραλείπει μια ουσιώδη παράμετρο: η συχνότητα ενεργοποίησης μιας ρήτρας συλλογικής άμυνας δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο της αξιοπιστίας μιας στρατιωτικής συμμαχίας.
Μιλώντας στη Νέα Υόρκη, ο Φιντάν ρωτήθηκε εάν οι επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας αποτελούν το πρώτο πραγματικό τεστ της συμφωνίας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Ο Τούρκος υπουργός στράφηκε προς τον πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Άγκυρα Τζέιμς Τζέφρι και έθεσε το ερώτημα πόσες φορές έχει ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Η απάντηση ήταν «μόνο μία».
Ο Φιντάν υποστήριξε ότι κανείς δεν χαρακτηρίζει για τον λόγο αυτό το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη», ενώ θεωρεί άδικο να κρίνεται μια συμμαχία που μόλις δημιουργήθηκε με βάση τον δεκαετή πόλεμο στην Υεμένη. «Μόλις ξεκινήσαμε», ήταν η καταληκτική του θέση.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πρόβλημα στη συγκεκριμένη αναλογία.
Το Άρθρο 5 πράγματι ενεργοποιήθηκε μόνο μία φορά, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επίθεση προκάλεσε σχεδόν 3.000 θανάτους και θεωρήθηκε από το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο επίθεση προερχόμενη από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα την πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα εφαρμογή της ρήτρας συλλογικής άμυνας.
Το Άρθρο 5 δεν λειτουργεί μόνο όταν ενεργοποιείται
Η λογική του ΝΑΤΟ βασίζεται πρωτίστως στην αποτροπή: ο πιθανός αντίπαλος πρέπει να θεωρεί αξιόπιστο ότι μια επίθεση εναντίον ενός κράτους μπορεί να προκαλέσει αντίδραση ολόκληρης της Συμμαχίας. Το ίδιο το ΝΑΤΟ επισημαίνει ότι, μολονότι το Άρθρο 5 εφαρμόστηκε μόνο μία φορά, αποτελεί τη βάση των μόνιμων δυνάμεων, των στρατιωτικών ασκήσεων, της προκεχωρημένης παρουσίας και των σχεδίων συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας.
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η απουσία μιας μεγάλης συμβατικής επίθεσης της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον κράτους-μέλους δεν θεωρείται από το ΝΑΤΟ απόδειξη αδυναμίας του Άρθρου 5, αλλά συνδέεται με τη λογική της στρατιωτικής αποτροπής που δημιουργούσαν οι συμμαχικές δυνάμεις και η προοπτική συλλογικής απάντησης.
Επιπλέον, η συμμαχική αντίδραση δεν περιορίζεται στην επίσημη ενεργοποίηση του Άρθρου 5.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ίδια η Τουρκία. Το 2012, όταν συριακά πυρά σκότωσαν πέντε Τούρκους πολίτες και προηγουμένως συριακές δυνάμεις είχαν καταρρίψει τουρκικό μαχητικό, η Άγκυρα προσέφυγε στο Άρθρο 4. Το ΝΑΤΟ απάντησε με την ανάπτυξη συστημάτων Patriot από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ολλανδία για την ενίσχυση της τουρκικής αεράμυνας.
Αυτό δείχνει ότι η αξιοπιστία μιας αμυντικής συμμαχίας δεν μπορεί να αποτιμάται απλώς μετρώντας πόσες φορές ανακοινώθηκε επίσημα η ενεργοποίηση της ύστατης ρήτρας συλλογικής άμυνας.
Η πραγματική δοκιμασία της Συμφωνίας της Μέκκας
Η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας είναι διαφορετική επειδή οι επιθέσεις συμβαίνουν ήδη αφού υπογράφηκε η νέα συμφωνία. Η επίσημη κοινή διακήρυξη της Μέκκας αναφέρει ρητά ότι «οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων».
Τις τελευταίες εβδομάδες οι Χούθι έχουν εκτοξεύσει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον σαουδαραβικών πόλεων και ενεργειακών εγκαταστάσεων. Στις 19 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος ο Φιντάν χαρακτήρισε τις επιθέσεις «πολύ σοβαρές» για την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία της Σαουδικής Αραβίας και δήλωσε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να καλύψει στρατιωτικές και τεχνικές ανάγκες του Ριάντ.
Το Πακιστάν, από την πλευρά του, είχε δηλώσει στις 10 Σεπτεμβρίου ότι δεν βρισκόταν τότε υπό συζήτηση στρατιωτική απάντηση στο πλαίσιο της συμφωνίας, διαβεβαιώνοντας όμως ότι θα ενεργήσει όταν απαιτηθεί.
Μάλιστα, οι σημερινές εξελίξεις δείχνουν ότι η συμφωνία αρχίζει πλέον να περνά από τη θεωρία στις διαδικασίες εφαρμογής. Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν συμφώνησαν να πραγματοποιήσουν επείγουσα συνάντηση υψηλού επιπέδου στο πλαίσιο της συμφωνίας, προκειμένου να εξετάσουν τρόπους υποστήριξης του βασιλείου, ενώ οι σαουδαραβικές αρχές ανέφεραν την αναχαίτιση έξι βαλλιστικών πυραύλων των Χούθι.
Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι εάν η Συμμαχία της Μέκκας έχει ενεργοποιήσει μια ρήτρα όσες φορές το έχει κάνει το ΝΑΤΟ. Είναι εάν, όταν ένα κράτος-μέλος δέχεται επαναλαμβανόμενες πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις, η νέα συμμαχία διαθέτει την πολιτική βούληση, τις διοικητικές δομές, τα κοινά επιχειρησιακά σχέδια και τις στρατιωτικές δυνατότητες ώστε η υπόσχεση της συλλογικής άμυνας να μετατραπεί σε πραγματική αποτροπή.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο θα κριθεί η Συμφωνία της Μέκκας όχι από μια αριθμητική σύγκριση με το πόσες φορές ενεργοποιήθηκε το Άρθρο 5 στα περισσότερα από 75 χρόνια ιστορίας του ΝΑΤΟ.

