Καστελλόριζο και αποστρατιωτικοποίηση: Τι πραγματικά λέει το διεθνές δίκαιο και πού αμφισβητείται η τουρκική θέση

11 Λεπτά Ανάγνωσης
Καστελλόριζο και αποστρατιωτικοποίηση: Τι πραγματικά λέει το διεθνές δίκαιο και πού αμφισβητείται η τουρκική θέση - NEMESISHD.GR PHOTO COPYRIGHT

Το Καστελλόριζο βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στο επίκεντρο της τουρκικής επιχειρηματολογίας περί «αποστρατιωτικοποιημένων νησιών». Η πραγματική νομική εικόνα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό επιχείρημα ότι η παρουσία ελληνικών αμυντικών δυνάμεων στο νησί παραβιάζει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο.

Για να εξεταστεί σωστά το ζήτημα απαιτείται να διαχωριστούν τέσσερα διαφορετικά ερωτήματα: τι ακριβώς προβλέπει η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, ποια δικαιώματα έχει η Τουρκία από αυτήν τη Συνθήκη, εάν η αποστρατιωτικοποίηση αποτελεί όρο της ελληνικής κυριαρχίας και, τέλος, πώς συνδέεται το καθεστώς αυτό με το εγγενές δικαίωμα άμυνας ενός κράτους.

Η πρώτη διαπίστωση πρέπει να γίνεται χωρίς υπεκφυγές: η Συνθήκη των Παρισίων του 1947 περιλαμβάνει ρητά το Καστελλόριζο στο καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων.

Το άρθρο 14 προβλέπει αρχικά ότι η Ιταλία παραχωρεί στην Ελλάδα «σε πλήρη κυριαρχία» (in full sovereignty) τα Δωδεκάνησα και κατονομάζει μεταξύ αυτών το “Castellorizo”, μαζί με τις παρακείμενες νησίδες. Αμέσως μετά, η παράγραφος 2 ορίζει ότι τα νησιά αυτά θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα.

- Advertisement -

Μάλιστα, το Παράρτημα XIII της ίδιας Συνθήκης δίνει ευρεία έννοια στον όρο «demilitarisation»: περιλαμβάνει απαγορεύσεις στρατιωτικών εγκαταστάσεων και οχυρώσεων, σταθμεύσεως στρατιωτικών, ναυτικών ή αεροπορικών μονάδων και στρατιωτικής εκπαίδευσης, επιτρέποντας περιορισμένο προσωπικό εσωτερικής ασφάλειας.

Επομένως, η σοβαρή ελληνική επιχειρηματολογία δεν μπορεί να βασιστεί στον ισχυρισμό ότι το Καστελλόριζο ουδέποτε υπήχθη σε αποστρατιωτικοποίηση. Αυτό θα αντέβαινε στο ίδιο το κείμενο της Συνθήκης.

Τι είχε υπογράψει όμως η ίδια η Τουρκία;

Εδώ βρίσκεται μια ουσιώδης διάκριση.

Η Τουρκία είχε ήδη παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα και τίτλο επί του Καστελλόριζου με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Το άρθρο 15 της Λωζάννης αναφέρει ρητά ότι η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας από τα δικαιώματά της επί των Δωδεκανήσων και ξεχωριστά «επί της νήσου Castellorizzo».

Το σημαντικό είναι ότι το άρθρο 15 δεν συνοδεύει την παραίτηση της Τουρκίας από το Καστελλόριζο με κάποιον όρο αποστρατιωτικοποίησης προς όφελος της Άγκυρας.

- Advertisement -

Η αποστρατιωτικοποίηση που επικαλείται σήμερα η Τουρκία εμφανίζεται το 1947, όταν η Ιταλία παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και εδώ εμφανίζεται το πρώτο σοβαρό νομικό πρόβλημα για την τουρκική θέση: η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947.

Το pacta tertiis: Μπορεί η Τουρκία να απαιτεί την εφαρμογή μιας Συνθήκης που δεν υπέγραψε;

Μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου των συνθηκών είναι η αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt: μια διεθνής συνθήκη κατά κανόνα δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

- Advertisement -

Η αρχή κωδικοποιήθηκε αργότερα στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, το οποίο προβλέπει ότι μια συνθήκη δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του.

Αυτή ακριβώς είναι η επίσημη ελληνική θέση για τα Δωδεκάνησα. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτηρίζει τη Συνθήκη του 1947 έναντι της Τουρκίας ως «res inter alios acta», δηλαδή υπόθεση μεταξύ άλλων συμβαλλόμενων κρατών, και υπογραμμίζει ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να αντλεί συμβατικά δικαιώματα από αυτήν.

Η ίδια η Συνθήκη του 1947 διαθέτει επιπλέον αυστηρή λογική ως προς την απόκτηση δικαιωμάτων από τα κράτη που συμμετείχαν στη μεταπολεμική διευθέτηση. Το άρθρο 89 συνδέει την απόκτηση δικαιωμάτων και ωφελημάτων από τα αναφερόμενα Συμμαχικά και Συνασπισμένα Κράτη με την ιδιότητα του μέρους στη Συνθήκη μέσω επικύρωσης.

Η Τουρκία απορρίπτει αυτή την ελληνική ανάγνωση. Η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την αποστρατιωτικοποίηση ως «αντικειμενικό καθεστώς», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι ένα καθεστώς που αφορά τη στρατιωτική κατάσταση μιας περιοχής παράγει αποτελέσματα πέρα από τα συμβαλλόμενα κράτη και ότι έχει άμεση σημασία για την ασφάλεια της Τουρκίας. Πρόκειται για πραγματικό αντικείμενο νομικής διαφωνίας και όχι για ζήτημα που έχει κριθεί από διεθνές δικαστήριο υπέρ της Άγκυρας.

Το κρίσιμο σημείο: Η κυριαρχία της Ελλάδας είναι «υπό αίρεση»;

Η Τουρκία έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια ένα βήμα περισσότερο.

Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι υπάρχει «άμεση σύνδεση» μεταξύ της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών και της αποστρατιωτικοποίησής τους και παρουσιάζει την παραχώρηση των Δωδεκανήσων ως πραγματοποιηθείσα υπό τη ρητή προϋπόθεση της αποστρατιωτικοποίησης.

Αυτό όμως δεν είναι η διατύπωση του άρθρου 14.

Η Συνθήκη αναφέρει στην πρώτη παράγραφο ότι η Ιταλία παραχωρεί τα νησιά στην Ελλάδα «in full sovereignty» — σε πλήρη κυριαρχία. Στη δεύτερη, χωριστή παράγραφο προβλέπει την αποστρατιωτικοποίηση. Δεν υπάρχει στο άρθρο 14 διάταξη που να ορίζει ότι η ελληνική κυριαρχία λήγει, αναστέλλεται ή επιστρέφει σε άλλο κράτος σε περίπτωση παραβίασης της δεύτερης παραγράφου.

Ακόμη σημαντικότερο: δεν υπάρχει καμία διάταξη που να προβλέπει μεταβίβαση κυριαρχίας στην Τουρκία σε περίπτωση παραβίασης της αποστρατιωτικοποίησης.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Άλλο πράγμα είναι μια συμβατική υποχρέωση που περιορίζει τον τρόπο άσκησης ορισμένων κρατικών εξουσιών και άλλο η ίδια η ύπαρξη της εδαφικής κυριαρχίας.

Η Αθήνα έχει απορρίψει ρητά τη θεωρία της «conditional sovereignty». Σε επιστολή της προς τον ΟΗΕ τον Μάιο του 2022 χαρακτήρισε την τουρκική προσπάθεια σύνδεσης της ελληνικής κυριαρχίας με την αποστρατιωτικοποίηση νομικά, ιστορικά και πραγματικά αβάσιμη.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και για το Καστελλόριζο: καμία σοβαρή ανάγνωση του άρθρου 14 δεν μπορεί να μετατρέψει αυτομάτως μια ενδεχόμενη παραβίαση στρατιωτικής υποχρέωσης σε απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας.

Και το δικαίωμα άμυνας;

Εδώ βρίσκεται το δεύτερο σκέλος της ελληνικής επιχειρηματολογίας.

Το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζει το «inherent right» — εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας ενός κράτους σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης.

Η Αθήνα υποστηρίζει ότι κανένα μεταπολεμικό καθεστώς δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να στερεί από την Ελλάδα τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τμήμα της επικράτειάς της όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με πραγματική στρατιωτική απειλή.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πλευρά επικαλείται επί δεκαετίες την ύπαρξη σημαντικών τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων απέναντι από τα ελληνικά νησιά, την τουρκική Στρατιά Αιγαίου, τις αποβατικές δυνατότητες, τις επανειλημμένες υπερπτήσεις και κυρίως την απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 που εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο, περιλαμβανομένης στρατιωτικής δράσης, εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Το ελληνικό ΥΠΕΞ συνδέει ευθέως αυτές τις συνθήκες με την ανάγκη αμυντικής ετοιμότητας των νησιών.

Το ΥΠΕΞ συγκεκριμένα αναφέρει ορθά:

«Η πρόβλεψη περί αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων έγινε μετά από αποφασιστική παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης και απηχεί τις πολιτικές σκοπιμότητες της Μόσχας εκείνη τη χρονική περίοδο. Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι τα καθεστώτα αποστρατιωτικοποίησης έχασαν το λόγο ύπαρξής τους με τη δημιουργία των συνασπισμών του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ως ασύμβατα με τη συμμετοχή χωρών σε στρατιωτικούς συνασπισμούς. Στο πλαίσιο αυτό, το καθεστώς της αποστρατιωτικοποίησης έπαψε να εφαρμόζεται για τα ιταλικά νησιά Panteleria, Lampedusa, Lampione και Linosa, καθώς και για τη Δ. Γερμανία από τη μια πλευρά, και τη Βουλγαρία, Ρουμανία, Αν. Γερμανία, Ουγγαρία και Φιλανδία από την άλλη πλευρά».

Η ίδια η Αθήνα δεν αρνείται πλέον ότι πρόκειται για θέμα άμυνας

Η διαφορά επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση το 2026.

Στις 5 Μαρτίου 2026, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι το καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων ως προς την αποστρατιωτικοποίηση «δεν είναι ανοικτό προς συζήτηση», επικαλούμενο τη Λωζάννη και τη Συνθήκη των Παρισίων.

Την ίδια ημέρα, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε ότι οι μονομερείς τουρκικές αξιώσεις έχουν απορριφθεί, υπενθύμισε ότι η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης των Παρισίων και κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται την άμυνα της «Greece’s defensive posture is non-negotiable».

Μία ημέρα αργότερα, στις 6 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε στη Ρόδο ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει την άμυνα των νησιών της, τονίζοντας τον αμυντικό χαρακτήρα των συστημάτων και χαρακτηρίζοντας την αμυντική θωράκιση των νησιών απόλυτη προτεραιότητα.

Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε με νομική ακρίβεια;

Το Καστελλόριζο παραχωρήθηκε στην Ελλάδα το 1947 σε πλήρη κυριαρχία και η ελληνική κυριαρχία πάνω στο νησί δεν αποτελεί αντικείμενο κάποιας εκκρεμούς μεταβίβασης ή προσωρινού τίτλου.

Ταυτόχρονα, η ίδια Συνθήκη περιλαμβάνει ρήτρα αποστρατιωτικοποίησης. Αυτό δεν πρέπει να αποκρύπτεται.

Εκεί όμως όπου η τουρκική επιχειρηματολογία κάνει πολύ μεγαλύτερο άλμα είναι όταν μετατρέπει αυτή τη ρήτρα σε ισχυρισμό ότι η Τουρκία διαθέτει συμβατικό δικαίωμα να την επιβάλλει, ότι η ελληνική κυριαρχία είναι υπό αίρεση ή ότι παραβίασή της μπορεί να ανοίξει ζήτημα κυριαρχίας.

Η Τουρκία δεν είναι μέρος της Συνθήκης του 1947. Η γενική αρχή pacta tertiis λειτουργεί υπέρ της ελληνικής επιχειρηματολογίας, ενώ το ίδιο το άρθρο 14 μιλά για παραχώρηση πλήρους κυριαρχίας και δεν περιέχει κανέναν μηχανισμό απώλειας ή μεταβίβασης της κυριαρχίας λόγω παραβίασης της παραγράφου περί αποστρατιωτικοποίησης.

Παράλληλα, η Ελλάδα επικαλείται το εγγενές δικαίωμα άμυνας του Χάρτη του ΟΗΕ και το πραγματικό περιβάλλον ασφαλείας που έχει διαμορφωθεί στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνεπώς, το ακριβές νομικό ερώτημα δεν είναι αν «η Συνθήκη του 1947 λέει ότι το Καστελλόριζο πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένο» — το λέει. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Τουρκία, ένα κράτος που δεν υπέγραψε τη συγκεκριμένη Συνθήκη και που είχε ήδη παραιτηθεί από κάθε τίτλο επί του Καστελλόριζου από το 1923, μπορεί να μετατρέψει αυτή τη διάταξη σε δικό της εκτελεστό δικαίωμα και, ακόμη περισσότερο, σε εργαλείο αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας. Εκεί ακριβώς η τουρκική θέση συναντά τα σοβαρότερα νομικά εμπόδια.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Ο Ιωάννης ειδικεύεται στην ανάλυση θεμάτων άμυνας, ασφάλειας και γεωπολιτικής. Έχει συγγράψει εκατοντάδες άρθρα, αναλύσεις, γνώμες και ειδήσεις για τις ελληνικές και διεθνείς στρατιωτικές εξελίξεις, τα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων και τις στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή. Στόχος του είναι η παροχή αξιόπιστης ενημέρωσης και τεκμηριωμένης ανάλυσης γύρω από κρίσιμα ζητήματα εθνικής άμυνας και διεθνούς ασφάλειας.