Εξοπλιστικό Ουίσκι: Η ΠΑ κοιτάζει μη επανδρωμένα μαχητικά CCA, αλλά τα πυρομαχικά & ατρακτίδια μένουν στη σκιά

11 Λεπτά Ανάγνωσης
Greek F-16 PHOTO Edited by NEMESISHD.GR: HAF SPOKESMAN

Η Ελλάδα έχει ήδη αρχίσει να περιγράφει την Πολεμική Αεροπορία της επόμενης δεκαετίας με όρους που μέχρι πρόσφατα έμοιαζαν μακρινοί: F-35, δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις, τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα συστήματα και Loyal Wingman. Το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει μιλήσει επίσημα για τη «Νέα Αεροπορία» με F-35 και Loyal Wingman, εντάσσοντας την ιδέα της συνεργασίας επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη μελλοντική αρχιτεκτονική των Ενόπλων Δυνάμεων.

Παράλληλα, στις ΗΠΑ το Collaborative Combat Aircraft – το CCA που αποτελεί την εξελιγμένη μορφή του «πιστού wingman» – έχει ήδη περάσει από τα PowerPoint στις δοκιμές και στην προετοιμασία παραγωγής. Τον Ιούνιο του 2026 η USAF ανακοίνωσε νέες συμβάσεις τόσο για τα αεροσκάφη του CCA Increment 1 όσο και για το mission-autonomy software, ενώ τον Ιούλιο διεξήχθησαν επιχειρησιακές δοκιμές ενσωμάτωσης των μη επανδρωμένων αυτών συστημάτων σε πραγματικό περιβάλλον αεροπορικής βάσης.

Το πρόβλημα για την ελληνική περίπτωση βρίσκεται αλλού.

Όσο περισσότερο κοιτάζουμε προς το αεροπορικό οικοσύστημα του 2040, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά ένα πολύ πιο πεζό ερώτημα: με τι θα πολεμήσουν όλα αυτά τα αεροσκάφη;

- Advertisement -

Και εκεί η δημόσια εικόνα, μέχρι σήμερα, είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακή.

F-35, Viper, Loyal Wingman – αλλά τα kill chain χρειάζονται και όπλα

Το ΥΠΕΘΑ έχει πλέον ενεργοποιήσει ένα εντυπωσιακό εύρος προγραμμάτων. Η υποδομή για την ένταξη των F-35 στην Ανδραβίδα έχει εγκριθεί, τα περίπου 40 F-16 Block 50 δρομολογούνται προς το επίπεδο Viper και το πρώτο ελληνικό F-35 προβλέπεται να παραδοθεί στις ΗΠΑ το 2028.

Ταυτόχρονα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πέρασε πλέον σε συμβατική φάση. Η διακρατική συμφωνία που υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου 2026 προβλέπει προϋπολογισμό €3,035 δισ., ενιαίο Command & Control και ελληνική βιομηχανική συμμετοχή άνω του 25%.

Τον Ιούλιο εγκρίθηκαν επίσης Heron 1, επιπλέον V-BAT, μικροδορυφόροι SAR, μη κινητικά counter-UAS, τρία C-390 και άλλα προγράμματα.

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση.

- Advertisement -

Ένα σύγχρονο kill chain δεν ολοκληρώνεται επειδή απλώς εντοπίστηκε ένας στόχος. Χρειάζεται sensor, data fusion, αναγνώριση, διανομή δεδομένων, απόφαση και τελικά εκτελεστή με κατάλληλο όπλο διαθέσιμο τη συγκεκριμένη στιγμή.

Ένα F-35 μπορεί να είναι ένας εξαιρετικός αισθητήρας. Ένα CCA μπορεί να επεκτείνει την εμβέλεια της εμπλοκής. Ένα Viper μπορεί να πάρει δεδομένα μέσω Link 16. Όμως ένα δίκτυο που βλέπει τα πάντα αλλά διαθέτει περιορισμένο αριθμό κατάλληλων όπλων μετατρέπεται εύκολα σε ένα πανάκριβο σύστημα αναγνώρισης.

Το άγνωστο κομμάτι: πόσο «βαθύ» είναι το ελληνικό οπλοστάσιο;

Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Οι πραγματικοί αριθμοί επιχειρησιακών πυρομαχικών της ΠΑ δεν είναι δημόσιοι και ορθώς δεν είναι. Επομένως, από ανοικτές πηγές δεν μπορεί να υποστηριχθεί υπεύθυνα ότι η Ελλάδα έχει ανεπαρκή πολεμικά αποθέματα, ούτε μπορεί να υπολογιστεί για πόσες ημέρες επιχειρήσεων επαρκούν.

- Advertisement -

Μπορεί όμως να εξεταστεί το δημόσιο ίχνος των προμηθειών. Και αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Η αγορά των Rafale δεν έγινε χωρίς όπλα. Το ελληνικό ΥΠΕΘΑ είχε δηλώσει επίσημα ότι η συμφωνία περιλάμβανε ξεχωριστή σύμβαση προμήθειας οπλισμού από την MBDA France, καθώς και συντήρηση και τροποποίηση υφιστάμενων όπλων Mirage 2000-5 ώστε να αξιοποιούνται και από τα Rafale. Συνεπώς, η εικόνα μιας ΠΑ που αγοράζει αποκλειστικά «γυμνά αεροπλάνα» θα ήταν λανθασμένη.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: πού βρίσκεται η επόμενη μεγάλη αναπλήρωση και ποσοτική διεύρυνση του οπλοστασίου;

Στις μεγάλες δημόσιες εξοπλιστικές ανακοινώσεις του 2026, βλέπουμε F-35, Viper, αεράμυνα, UAV, δορυφόρους, μεταγωγικά και υποστήριξη. Στην αναλυτική παρουσίαση των 11 προγραμμάτων της 23ης Ιουλίου, το νέο αεροπορικό πυρομαχικό που κατονομάστηκε ήταν οι laser-guided Hellfire για τα Apache. Δεν ανακοινώθηκε παράλληλα κάποιο αντίστοιχο μεγάλο πακέτο νέων όπλων για τον στόλο F-16 όπως θα έπρεπε να έχει συμβεί.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός. Μέρος του μακροπρόθεσμου προγράμματος δεν είναι δημόσιο και οι ακριβείς ποσότητες πυρομαχικών αποτελούν ευαίσθητη επιχειρησιακή πληροφορία. Αποδεικνύει όμως ότι στη δημόσια εικόνα υπάρχει ένα κενό.

Το F-35 αγοράστηκε – τα όπλα του όμως είναι ξεχωριστό κεφάλαιο

Η αμερικανική έγκριση FMS του Ιανουαρίου 2024 για την Ελλάδα κάλυψε έως 40 F-35A, 42 κινητήρες F135 και ένα τεράστιο πακέτο υποστήριξης, εκπαίδευσης, ηλεκτρονικού πολέμου, συστημάτων mission planning, υποδομών πυρομαχικών και συναφούς εξοπλισμού, με ανώτατη εκτιμώμενη αξία $8,6 δισ.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η συγκεκριμένη κοινοποίηση δεν κατονομάζει επιχειρησιακές ποσότητες συγκεκριμένων πυραύλων αέρος-αέρος ή κατευθυνόμενων όπλων κρούσης ως κύρια αντικείμενα της πώλησης. Περιλαμβάνει υποστήριξη πυρομαχικών και weapons containers, όχι ένα δημοσίως αναλυμένο ελληνικό πακέτο όπλων μάχης.

Με άλλα λόγια, η απόκτηση του F-35 και η δημιουργία ενός επαρκούς αποθέματος πολέμου για το F-35 δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και αυτή η διάκριση γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όσο πλησιάζει η ένταξη του αεροσκάφους.

Τα ατρακτίδια των F-16 είναι ένα δεύτερο, λιγότερο θεαματικό αλλα σημαντικό καμπανάκι

Το F-35 δεν χρειάζεται συμβατικό εξωτερικό targeting pod. Διαθέτει ενσωματωμένο Electro-Optical Targeting System – EOTS το οποίο παρέχει δυνατότητες εντοπισμού, αναγνώρισης, laser στοχοποίησης και ακριβούς προσβολής στόχων χωρίς την αεροδυναμική και στελθ επιβάρυνση εξωτερικού ατρακτιδίου.

Για το F-16, όμως, το ζήτημα είναι διαφορετικό.

Η επίσημη αμερικανική FMS διαδικασία του 2021 για ελληνική υποστήριξη F-16, συνολικής δυνητικής αξίας $270 εκατ., περιλάμβανε μεταξύ άλλων υποστήριξη για LANTIRN και reconnaissance pods. Δεν επρόκειτο όμως για δημόσια ανακοινωμένη αγορά μιας νέας γενιάς ατρακτιδίων αλλά για επισκευή υφιστάμενων συστημάτων.

Το LANTIRN υπήρξε επαναστατικό όταν εμφανίστηκε στην εποχή του 1987.

Αλλά η τεχνολογία των targeting pods έχει μετακινηθεί πολύ πιο μακριά. Σύγχρονα συστήματα όπως το Sniper ATP για το οποίο ενδιαφέρεται η ΠΑ προσφέρουν υψηλής ανάλυσης EO/IR, δημιουργία ακριβών συντεταγμένων όπλων, video datalink, αυτόματη παρακολούθηση και προηγμένες ISR λειτουργίες. Η νεότερη Networked Targeting Pod αναβάθμιση του μετατρέπει μάλιστα το ατρακτίδιο σε δικτυακό κόμβο, σχεδιασμένο να συνδέει τέταρτης και πέμπτης γενιάς αεροσκάφη και άλλους shooters.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική περίπτωση.

Η ΠΑ επενδύει σημαντικά για να αποκτήσει έναν μεγάλο στόλο F-16 Viper με APG-83 AESA, Link 16 και νέα avionics. Εάν ένα τέτοιο αεροσκάφος παραμείνει για κρίσιμες αποστολές εξαρτημένο από αισθητήρες προηγούμενης γενιάς, δημιουργείται μια ασυμμετρία μέσα στην ίδια την πλατφόρμα: πολύ σύγχρονο radar και cockpit, αλλά όχι αντίστοιχη εξέλιξη σε κάθε εξωτερικό κόμβο. Και σε ένα μέλλον με F-35–Viper–Loyal Wingman αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.

Το CCA δεν λύνει το πρόβλημα των πυρομαχικών – το μεγαλώνει

Υπάρχει και μια βαθύτερη παγίδα. Τα Collaborative Combat Aircraft συχνά παρουσιάζονται ως τρόπος δημιουργίας «μάζας» με χαμηλότερο κόστος από την αγορά περισσότερων επανδρωμένων μαχητικών.

Αυτό είναι σωστό μόνο εν μέρει.

Τα CCA μπορούν να προσφέρουν επιπλέον αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο, δολώματα και πρόσθετες θέσεις μεταφοράς όπλων. Δεν δημιουργούν όμως πυραύλους από το μηδέν.

Εάν ένα μελλοντικό ελληνικό F-35 ελέγχει πολλαπλά μη επανδρωμένα μαχητικά, ο συνολικός αριθμός των διαθέσιμων πυρομαχικών αυξάνεται δραματικά. Άρα αυξάνεται και η απαίτηση για όπλα, logistics, αποθηκευτικούς χώρους, πιστοποιημένο προσωπικό και ικανότητα ταχείας αναχορηγίας.

Το CCA πολλαπλασιάζει τη δύναμη πυρός μόνο όταν υπάρχει πυρ για να πολλαπλασιάσει. Διαφορετικά δημιουργεί περισσότερους “εκτελεστές” που περιμένουν πυρομαχικά.

Γιατί η «αφραγκία» δεν περιγράφει ακριβώς το πρόβλημα

Η λέξη είναι εύηχη, αλλά τα δεδομένα υποδεικνύουν ένα πιο σύνθετο φαινόμενο.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε περίοδο μηδενικών αμυντικών επενδύσεων. Το πολυετές εξοπλιστικό πρόγραμμα προβλέπει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2036, ενώ μόνο η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει πλέον συμβατικό ύψος άνω των €3 δισ. Η χώρα παράλληλα χρηματοδοτεί F-35, F-16 Viper, FDI, MEKO, UAV, δορυφορικές δυνατότητες και μεταφορικά αεροσκάφη. Ο συνολικός σχεδιασμός περνά πάνω από τα €25 δισ.

Άρα το ουσιαστικό ζήτημα είναι περισσότερο επιλογής παρά απλή «αφραγκία». Τα πυρομαχικά έχουν ένα επικοινωνιακό μειονέκτημα: δεν κάνουν παρέλαση.

Ένας νέος πύραυλος μέσα σε υπόστεγα δεν παράγει την εικόνα ενός νέου μαχητικού στην πίστα. Επιχειρησιακά όμως μπορεί να είναι σημαντικότερος από το επόμενο αεροσκάφος όταν αρχίσει ένας αγώνας υψηλής έντασης.

Το πραγματικό ρίσκο για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Για μια αεροπορική δύναμη όπως η ελληνική, η αποτροπή δεν μετριέται μόνο σε αριθμό μαχητικών. Μετριέται σε πόσες πλήρως οπλισμένες εξόδους μπορούν να πραγματοποιηθούν επανειλημμένα, πόσο γρήγορα επανεξοπλίζονται τα αεροσκάφη, πόσα όπλα μπορούν να διατεθούν ταυτόχρονα σε διαφορετικούς άξονες και πόσο καιρό μπορεί να διατηρηθεί αυτός ο ρυθμός.

Οι πρόσφατες συγκρούσεις έχουν δείξει πόσο εύκολα ακόμη και ακριβά αεροπορικά όπλα μπορούν να καταναλώνονται με υψηλούς ρυθμούς. Στην Ουκρανία, για παράδειγμα, η χρήση F-16 εναντίον μαζικών επιθέσεων UAV έχει συνδεθεί με σημαντική κατανάλωση τόσο ωρών πτήσης όσο και πυραύλων αέρος-αέρος.

Για την Ελλάδα το πρόβλημα θα ήταν ακόμη πιο σύνθετο σε ένα υποθετικό περιβάλλον πολλαπλών ταυτόχρονων αποστολών. Εκεί φαίνεται η διαφορά ανάμεσα σε μέγεθος στόλου και μαχητικό βάθος.

Δεν χρειάζεται πανικός – χρειάζεται να τεθεί το σωστό ερώτημα

Η δημόσια πληροφόρηση δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι «η Ελλάδα μένει από πυραύλους» ή ότι η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται σήμερα χωρίς επαρκή πολεμικά αποθέματα.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο. Επιτρέπει όμως κάτι διαφορετικό και ιδιαίτερα σοβαρό: να επισημανθεί ότι η ορατή πλευρά του εκσυγχρονισμού προχωρά πολύ ταχύτερα από τη δημόσια ορατή πλευρά της ανανέωσης των αεροπορικών πυρομαχικών και των προηγμένων εξωτερικών αισθητήρων του στόλου F-16.

Και όσο η Ελλάδα συζητά ήδη την Πολεμική Αεροπορία των F-35 και των Loyal Wingman, το συγκεκριμένο κενό αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Και μέχρι να υπάρξει σαφέστερη δημόσια εικόνα για την επόμενη γενιά ατρακτιδίων των ελληνικών F-16 και για τη μεγάλη ανανέωση των αποθεμάτων αεροπορικών όπλων, το ερώτημα θα παραμένει:

Μήπως κοιτάζουμε ήδη την Πολεμική Αεροπορία του 2040, ενώ δεν έχει ακόμη φανεί δημόσια πώς θα γεμίσουν οι αποθήκες που θα χρειαστεί για να πολεμήσει;

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Ο Ιωάννης ειδικεύεται στην ανάλυση θεμάτων άμυνας, ασφάλειας και γεωπολιτικής. Έχει συγγράψει εκατοντάδες άρθρα, αναλύσεις, γνώμες και ειδήσεις για τις ελληνικές και διεθνείς στρατιωτικές εξελίξεις, τα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων και τις στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή. Στόχος του είναι η παροχή αξιόπιστης ενημέρωσης και τεκμηριωμένης ανάλυσης γύρω από κρίσιμα ζητήματα εθνικής άμυνας και διεθνούς ασφάλειας.