Δύο ιδιαίτερα σημαντικές εξελίξεις ξεχώρισαν τις τελευταίες ώρες των ανακοινώσεων της διεθνούς αμυντικής βιομηχανίας: η Γαλλία επέλεξε το THUNDART των MBDA και Safran ως τη νέα εθνική λύση χερσαίων πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς, ενώ η General Atomics παρουσίασε το Wildfire, ένα νέο μη επανδρωμένο αεροσκάφος που προορίζεται να προσφέρει δυνατότητες αναγνώρισης και κρούσης σε μεγάλους αριθμούς και με χαμηλότερο κόστος από πλατφόρμες όπως το MQ-9.
THUNDART: Η Γαλλία επιλέγει MBDA και Safran για πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς
Η Safran Electronics & Defense και η MBDA ανακοίνωσαν στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 ότι η γαλλική Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών (DGA) επέλεξε το THUNDART για την ανανέωση της ικανότητας του γαλλικού Στρατού να πραγματοποιεί πλήγματα ακριβείας σε μεγάλες εμβέλειες.

Το πρόγραμμα προορίζεται να προετοιμάσει την αντικατάσταση του σημερινού LRU (Lance-Roquettes Unitaire), της γαλλικής έκδοσης του συστήματος πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων που βασίζεται στην οικογένεια M270.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι το Παρίσι επιλέγει μία γαλλική, κυρίαρχη λύση χερσαίας κρούσης μεγάλου βεληνεκούς, την οποία οι MBDA και Safran θα αναπτύξουν και θα κατασκευάζουν στη Γαλλία. Στόχος είναι οι γαλλικές Ένοπλες Δυνάμεις να διαθέτουν πλήρη εθνική αυτονομία χρήσης έως το 2030, χωρίς κρίσιμη εξάρτηση από ξένο προμηθευτή για τη χρήση του όπλου.
Η Safran και η MBDA περιγράφουν το THUNDART ως σύστημα πυρών ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς, σχεδιασμένο ειδικά για επιχειρήσεις υψηλής έντασης και για δράση σε περιβάλλον όπου ο αντίπαλος διαθέτει ισχυρή αεράμυνα, ηλεκτρονικό πόλεμο και δυνατότητες παρεμβολών.
Δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του νέου όπλου, επομένως δεν θα ήταν ασφαλές να αποδοθεί συγκεκριμένη εμβέλεια ή διαμόρφωση που δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως. Το κρίσιμο όμως είναι ότι η Γαλλία προχωρά πλέον από τη μελέτη της απαίτησης στην επιλογή της βιομηχανικής λύσης που θα αποτελέσει τη βάση του νέου της συστήματος.
Η εξέλιξη έχει ενδιαφέρον και για την Ελλάδα λόγω της ευρύτερης ευρωπαϊκής στροφής προς χερσαία όπλα κρούσης μεγάλου βεληνεκούς (Long-Range Land Strike). Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών έχουν αναδείξει την ανάγκη προσβολής κέντρων διοίκησης, εγκαταστάσεων αεράμυνας, πυροβολικού, αποθηκών και άλλων στόχων υψηλής αξίας σε μεγάλο επιχειρησιακό βάθος.
Wildfire: Το νέο μεγάλο drone της General Atomics με LRASM και τέσσερις JSM ως συνεχιστής του MQ-9
Η δεύτερη μεγάλη ανακοίνωση προήλθε από τη General Atomics Aeronautical Systems (GA-ASI), η οποία παρουσίασε στις 10 Σεπτεμβρίου το ολοκαίνουργιο μη επανδρωμένο αεροσκάφος Wildfire UAS.
Το Wildfire δεν παρουσιάζεται ως αντικαταστάτης του MQ-9B SkyGuardian σε όλες τις αποστολές του. Η φιλοσοφία του είναι διαφορετική: η General Atomics θέλει μία μεγάλη μη επανδρωμένη πλατφόρμα που να μπορεί να κατασκευάζεται ταχύτερα και σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς, με μικρότερο κόστος, αναλαμβάνοντας κυρίως αποστολές πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR) και κρούσης.

Η εταιρεία χρησιμοποιεί τον όρο «attrition-tolerant», ο οποίος αποδίδεται καλύτερα ως πλατφόρμα σχεδιασμένη έτσι ώστε η ενδεχόμενη απώλειά της στη μάχη να είναι περισσότερο αποδεκτή από οικονομική και επιχειρησιακή άποψη σε σχέση με ένα πολύ ακριβότερο αεροσκάφος. Αυτό δεν σημαίνει «αναλώσιμο drone», αλλά μία διαφορετική ισορροπία ανάμεσα σε κόστος, επιδόσεις και αριθμούς.
Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η General Atomics είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Το Wildfire σχεδιάζεται για αυτονομία άνω των 8.000 ναυτικών μιλίων, δηλαδή περίπου 14.800 χιλιομέτρων, και μπορεί σύμφωνα με την εταιρεία να μεταφέρει ταυτόχρονα δύο πυραύλους Long Range Anti-Ship Missile (LRASM) για αποστολές κατά πλοίων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η δεύτερη διαμόρφωση που παρουσίασε η GA-ASI: το Wildfire μπορεί να μεταφέρει τέσσερις Joint Strike Missiles (JSM) ταυτόχρονα.
Ο JSM της Kongsberg είναι αεροεκτοξευόμενος πύραυλος χαμηλής παρατηρησιμότητας για προσβολή χερσαίων και ναυτικών στόχων. Η δυνατότητα ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους να μεταφέρει τέσσερα τέτοια όπλα δημιουργεί μια διαφορετική λογική από τα σημερινά MALE drones, μεταφέροντας σημαντικό όγκο πυρός σε μεγάλες αποστάσεις χωρίς να απαιτείται επανδρωμένη πλατφόρμα.
Η General Atomics υποστηρίζει επίσης ότι το Wildfire θα διαθέτει υψηλό βαθμό αυτονομίας από την πρώτη ημέρα επιχειρησιακής χρήσης, αξιοποιώντας τεχνολογίες που αναπτύσσονται για το FQ-42A Collaborative Combat Aircraft (CCA). Η αρχιτεκτονική προβλέπει δικτυωμένο έλεγχο πολλών Wildfire ταυτόχρονα, με την εταιρεία να μιλά ακόμη και για συνεργατική διαχείριση δεκάδων αεροσκαφών.
Το πρόγραμμα δεν αποτελεί ακόμη σύμβαση παραγωγής. Η GA-ASI έχει προτείνει το Wildfire για τον διαγωνισμό Massed Modular Aircraft (MMA) της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και της Defense Innovation Unit (DIU), ο οποίος εξετάζει μία νέα, οικονομικότερη λύση για αποστολές που σήμερα εκτελεί το MQ-9A Reaper.
Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι μπορεί να παραδώσει το Wildfire αρκετά χρόνια πριν από το οικονομικό έτος 2031 που προβλέπεται σήμερα από το αμερικανικό πρόγραμμα και να κατασκευάσει υπερδιπλάσιο αριθμό αεροσκαφών στον ίδιο χρόνο. Πρόκειται, ωστόσο, για εταιρικούς στόχους παραγωγής που δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί στην πράξη.
Η παρουσίαση του Wildfire αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή δείχνει προς ποια κατεύθυνση μετακινείται η αγορά των μεγάλων στρατιωτικών UAV: λιγότερη έμφαση αποκλειστικά σε λίγες εξαιρετικά πολύτιμες πλατφόρμες και μεγαλύτερη προτεραιότητα σε αριθμούς, αυτονομία, δικτύωση και δυνατότητα μεταφοράς όπλων μεγάλου βεληνεκούς.

