«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι ισχύει πραγματικά με τον πηγαίο κώδικα και τι πρέπει να ελέγχει η Ελλάδα

Από Nemesis HD
18 Λεπτά Ανάγνωσης
PHOTO: NEMESISHD.GR ALL RIGHTS RESERVED

Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των ισραηλινών συστημάτων που εξετάζονται για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει δημιουργήσει τις τελευταίες ημέρες αρκετή σύγχυση. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι με τον όρο πηγαίος κώδικας – «source code» περιγράφονται ως ένα πράγμα εντελώς διαφορετικά επίπεδα λογισμικού: από τον πυρήνα λειτουργίας ενός ραντάρ και την καθοδήγηση ενός βλήματος μέχρι το εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί αυτοτελές οπλικό σύστημα, αλλά μία διασυνδεδεμένη αρχιτεκτονική αισθητήρων, διοίκησης–ελέγχου και πυραύλων αναχαίτισης, στην οποία η επιχειρησιακή αξία προκύπτει κυρίως από την ενοποίηση των επιμέρους στρωμάτων και όχι απλώς από τις δυνατότητες του κάθε συστήματος ξεχωριστά – Γράφει αναγνώστης και φίλος του NEMESISHD.GR.

Στο επίπεδο επιτήρησης και αποκάλυψης, κεντρικό ρόλο μπορούν να αναλάβουν ραντάρ της οικογένειας EL/M-2084 MMR/MS-MMR, S-band AESA, με δυνατότητα ταυτόχρονης επιτήρησης του εναέριου χώρου, παρακολούθησης βαλλιστικών στόχων και εντοπισμού θέσεων πυρός. Δεν αποτελούν όμως κατ’ ανάγκην τον οργανικό αισθητήρα κάθε επιμέρους συστήματος. Η ουσία βρίσκεται στη δυνατότητα διαμοιρασμού δεδομένων και δημιουργίας ενιαίας επιχειρησιακής εικόνας.

Η ανώτερη βαθμίδα τακτικής αναχαίτισης συγκροτείται από το David’s Sling με τους πυραύλους Stunner, με το Golden Almond ως στοιχείο διοίκησης πυροβολαρχίας. Ο Stunner προορίζεται κυρίως για βαλλιστικά βλήματα μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, βαριές ρουκέτες, πυραύλους cruise και άλλους εναέριους στόχους, προσφέροντας δυνατότητα αναχαίτισης πέραν του κλασικού αντιαεροπορικού φακέλου.

- Advertisement -

Η μεσαία βαθμίδα μπορεί να βασιστεί στο Barak MX, με διαφορετικές εκδόσεις αναχαιτιστών για διαφορετικά βεληνεκή και προφίλ απειλής. Συμπληρώνεται από το αντίστοιχο σύστημα διοίκησης και ελέγχου BMC, επιτρέποντας την κατανομή στόχων μεταξύ των διαθέσιμων τελεστών.

Η κατώτερη βαθμίδα περιλαμβάνει συστήματα όπως το SPYDER, με Python-5 και I-Derby, ενώ για την αντιμετώπιση μικρών UAV και απειλών χαμηλού ίχνους μπορούν να προστεθούν εξειδικευμένες λύσεις όπως το Drone Dome.

Το αποφασιστικό στοιχείο, συνεπώς, δεν είναι η απλή παράθεση ισραηλινών συστημάτων, αλλά το εθνικό επίπεδο C2/Battle Management. Εκεί πρέπει να γίνεται η σύντηξη δεδομένων από επίγειους και ναυτικούς αισθητήρες, αεροσκάφη, υφιστάμενα ελληνικά συστήματα αεράμυνας και μελλοντικούς αισθητήρες, ώστε ο καταλληλότερος διαθέσιμος πύραυλος να αναλαμβάνει τον στόχο ανεξαρτήτως του οργανικού αισθητήρα του κάθε συστήματος.

Πού βρίσκεται πραγματικά ο πηγαίος κώδικας

Δεν υφίσταται «ένας» source code. Υφίστανται διαφορετικές άγκυρες λογισμικού, με διαφορετική εμπορική αξία, διαφορετικό βαθμό ευαισθησίας και διαφορετικό εθνικό βάρος. Η σύγχυση στη δημόσια συζήτηση ξεκινά ακριβώς από την ταύτιση όλων αυτών των στρωμάτων με την ίδια λέξη.

Στο στρώμα A βρίσκεται το firmware της κεραίας και της ραδιοσυχνικής αλυσίδας του EL/M-2084. Εκεί γίνεται ο έλεγχος των T/R modules GaN, η ρύθμιση φάσης και πλάτους, ο προγραμματισμός των λοβών, η κατανομή ενέργειας μεταξύ λοβών επιτήρησης και λοβών ελέγχου πυρός, η ομαλή υποβάθμιση όταν αστοχούν στοιχεία της συστοιχίας AESA και η θερμική διαχείριση του κύκλου λειτουργίας.

- Advertisement -

Το στρώμα αυτό δεν είναι μια εφαρμογή του χειριστή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το ραντάρ διατηρεί την επίδοσή του στο πεδίο. Ο χρόνος ανάπτυξής του μετράται σε χρόνια εργαστηριακής εξέλιξης και σε χιλιάδες ώρες δοκιμών. Δεν παραχωρείται και, στην πραγματικότητα, δεν είναι αυτό που χρειαζόμαστε, εφόσον φυσικά μιλάμε για προμήθεια ολοκληρωμένου συστήματος και όχι για παραγωγή under licence. Εκεί η συζήτηση θα ήταν διαφορετική.

Στο στρώμα B βρίσκονται οι κυματομορφές, η επεξεργασία σήματος και το ECCM. Εκεί ανήκουν η οικογένεια κυματομορφών για επιτήρηση, track-while-scan, βαλλιστική υπόδειξη και θέση όπλου, οι τεχνικές απόρριψης θορύβου εδάφους και θαλάσσης, η χαρτογράφηση clutter για ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο με νησίδες, ducting και ανεμογεννήτριες, ο διαχωρισμός UAV χαμηλού RCS από πτηνά και παράσιτα, καθώς και η άμυνα έναντι spoofing, DRFM, barrage, spot και blinking jammers. Η ταξινόμηση στόχου από micro-Doppler και κινηματική ανάλυση ολοκληρώνει αυτόν τον πυρήνα.
BARAK MX – PHOTO IAI

Στο στρώμα B βρίσκονται οι κυματομορφές, η επεξεργασία σήματος και το ECCM. Εκεί ανήκουν η οικογένεια κυματομορφών για επιτήρηση, track-while-scan, βαλλιστική υπόδειξη και θέση όπλου, οι τεχνικές απόρριψης θορύβου εδάφους και θαλάσσης, η χαρτογράφηση clutter για ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο με νησίδες, ducting και ανεμογεννήτριες, ο διαχωρισμός UAV χαμηλού RCS από πτηνά και παράσιτα, καθώς και η άμυνα έναντι spoofing, DRFM, barrage, spot και blinking jammers. Η ταξινόμηση στόχου από micro-Doppler και κινηματική ανάλυση ολοκληρώνει αυτόν τον πυρήνα.

Το στρώμα αυτό αποτελεί το επιχειρησιακό «γενετικό υλικό» του κατασκευαστή. Έχει εξελιχθεί μέσα από χρόνια ανάπτυξης, δοκιμών και πραγματικής επιχειρησιακής εμπειρίας. Αν παραδοθεί ως πλήρης πηγή, ο αντίπαλος δεν χρειάζεται πλέον να χτυπήσει το ραντάρ στο πεδίο. Μπορεί να σχεδιάσει παρεμβολείς και δολώματα πάνω στις ίδιες τις κυματομορφές και στη λογική ταξινόμησης. Γι’ αυτό και δεν δίδεται ως πλήρης πηγή ούτε σε στενούς συμμάχους.

- Advertisement -

Στο στρώμα C λειτουργεί η ιχνηλάτηση, η σύντηξη και η διάκριση στόχου. Εκεί παράγονται οι πολλαπλές υποθέσεις τροχιάς, η σύντηξη ραντάρ με IFF και παθητικούς αισθητήρες στην έκδοση MS-MMR, ο διαχωρισμός πολεμικής κεφαλής από δόλωμα και συντρίμμια σε βαλλιστική τροχιά, καθώς και η πρόβλεψη σημείου κρούσης και σημείου εκτόξευσης.

Επιχειρησιακά, το στρώμα αυτό αποφασίζει εάν ένα ίχνος αξίζει ένα βλήμα Stunner ή εάν παραμένει θόρυβος. Τεχνικά, μιλάμε για φίλτρα, μοντέλα κίνησης και πίνακες εμπιστοσύνης που έχουν βαθμονομηθεί με επιχειρησιακά δεδομένα. Δεν παραχωρείται.

Στο στρώμα D βρίσκεται το BMC της πυροβολαρχίας. Στο David’s Sling αυτό φέρει την ονομασία Golden Almond, στο Barak MX την ονομασία Barak BMC και στο SPYDER τη μορφή κεντρικής μονάδας διοίκησης πυροβολαρχίας, κατ’ αναλογία προς το mPrest BMC του Iron Dome. Εδώ μετατρέπεται η εναέρια εικόνα σε απόφαση εμπλοκής, εντολή εκτόξευσης και ενημέρωση του βλήματος.

Το στρώμα αυτό περιλαμβάνει κανόνες εμπλοκής, προτεραιοποίηση απειλής, επιλογή τελεστή, λογική shoot-look-shoot ή διαδοχικής βολής, υπολογισμό σημείου αναχαίτισης και παραθύρου εκτόξευσης, διαχείριση του φορτίου της πυροβολαρχίας και το περιβάλλον του χειριστή. Το περιβάλλον χειριστή και ορισμένα αρχεία διαμόρφωσης μπορούν να προσαρμοστούν στον πελάτη. Ο πυρήνας απόφασης όμως όχι, διότι αποτελεί ταυτόχρονα πνευματική ιδιοκτησία δεκαετιών και καθρέφτη του δόγματος αεράμυνας του κατασκευαστή και πρώτου χρήστη.

Στο στρώμα E βρίσκονται το βλήμα και το datalink. Στο Stunner, στα Barak και στα Python-5/I-Derby περιλαμβάνονται οι ενημερώσεις μέσης πορείας από το επίγειο ραντάρ, το datalink του Stunner, η λογική του dual seeker, ο τελικός ελιγμός hit-to-kill, τα IRCCM και ECCM του seeker, καθώς και τα κρυπτογραφικά κλειδιά και η προστασία της ζεύξης από πλαστογράφηση.

Εδώ πλέον μιλάμε για το ίδιο το όπλο εν πτήσει. Ο πλήρης πηγαίος κώδικας του seeker και της καθοδήγησης δεν δίδεται σε έναν απλό εξαγωγικό πελάτη. Στην περίπτωση του David’s Sling υπάρχει επιπλέον αμερικανικό τεχνολογικό αποτύπωμα μέσω Raytheon και αντίστοιχοι περιορισμοί ITAR, που συνδέονται και με την οικογένεια PAAC-4/SkyCeptor. Ακόμη και αν το Τελ Αβίβ αποδεχόταν βαθύτερη αποκάλυψη συγκεκριμένων τεχνολογιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν δυνατότητα εμπλοκής.

Στο στρώμα F βρίσκεται το εθνικό C2. Αυτό είναι το επίπεδο στο οποίο η αξίωση πηγαίου κώδικα έχει ουσιαστικό επιχειρησιακό νόημα για την Ελλάδα.

Εκεί πρέπει να συντίθεται η αναγνωρισμένη εναέρια εικόνα από EL/M-2084, ραντάρ Patriot, Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου και ναυτικούς αισθητήρες. Εκεί πρέπει να αποφασίζεται η ανάθεση τελεστή μεταξύ Stunner, PAC-3, Barak ER, Python-5 και Drone Dome. Εκεί επίσης πραγματοποιείται η διάκριση φίλιων αεροσκαφών μέσω IFF, η σύνδεση Link 16 και η αποτύπωση ελληνικού δόγματος, γεωγραφίας αρχιπελάγους και κανόνων εμπλοκής της Πολεμικής Αεροπορίας.

Αν η χώρα δεν ελέγχει το στρώμα αυτό, τότε διαθέτει σύγχρονες πυροβολαρχίες αλλά ξένο εγκέφαλο ανάθεσης όπλου.

Οι πραγματικές «κόκκινες γραμμές»

Το Ισραήλ δεν αρνείται την πρόσβαση στα πλέον κρίσιμα στρώματα απλώς από εμπορική στενότητα. Αρνείται διότι είναι ταυτόχρονα κατασκευαστής και πρώτος χρήστης των ίδιων συστημάτων. Ο ίδιος βασικός κανόνας ισχύει και σε άλλα προηγμένα δυτικά συστήματα: δεν μεταβιβάζεται εύκολα οτιδήποτε, εάν διαρρεύσει, μπορεί να μειώσει την επιβιωσιμότητα του ίδιου του συστήματος στη χώρα του κατόχου.
SPYdER ALL IN ONE PHOTO: RAFAEL

Το Ισραήλ δεν αρνείται την πρόσβαση στα πλέον κρίσιμα στρώματα απλώς από εμπορική στενότητα. Αρνείται διότι είναι ταυτόχρονα κατασκευαστής και πρώτος χρήστης των ίδιων συστημάτων. Ο ίδιος βασικός κανόνας ισχύει και σε άλλα προηγμένα δυτικά συστήματα: δεν μεταβιβάζεται εύκολα οτιδήποτε, εάν διαρρεύσει, μπορεί να μειώσει την επιβιωσιμότητα του ίδιου του συστήματος στη χώρα του κατόχου.

Πρώτη κόκκινη γραμμή είναι ο πλήρης πηγαίος κώδικας επεξεργασίας σήματος και ECCM του EL/M-2084. Το πραγματικό κόστος του είναι δεκαετίες ανάπτυξης και τεράστιος όγκος επιχειρησιακών δεδομένων. Ο κίνδυνος είναι ένας αντίπαλος να σχεδιάσει παρεμβολές και δολώματα ακριβώς πάνω στις ισραηλινές και, αύριο, ελληνικές κυματομορφές.

Δεύτερη κόκκινη γραμμή είναι ο πηγαίος κώδικας του BMC της πυροβολαρχίας, είτε ονομάζεται Golden Almond είτε Barak BMC είτε αντίστοιχο σύστημα του SPYDER. Το κόστος του είναι λογισμικό που έχει βαθμονομηθεί σε τεράστιο αριθμό πραγματικών και δοκιμαστικών τροχιών. Ο κίνδυνος είναι η αποκάλυψη της λογικής εμπλοκής, των χρονισμών, των ορίων αυτοματισμού και πιθανών σημείων κορεσμού.

Τρίτη κόκκινη γραμμή είναι ο seeker, η καθοδήγηση και το datalink των βλημάτων. Εκεί βρίσκεται ένα από τα ακριβότερα και πιο ευαίσθητα τμήματα του Stunner και των Barak. Αν αποκαλυφθούν τα IRCCM, ECCM και η γεωμετρία hit-to-kill, ο αντίπαλος αποκτά εξαιρετικά κρίσιμη γνώση του όπλου πριν από την πρώτη ελληνική βολή.

Τέταρτη κόκκινη γραμμή είναι το κρυπτογραφικό υλικό, η διαχείριση κλειδιών, το anti-tamper και η αλυσίδα εκκίνησης. Αν δοθούν, καταρρέει η εμπιστοσύνη ολόκληρης της ζεύξης δεδομένων. Σε αυτό το πεδίο δεν υπάρχει ουσιαστικά μέση λύση.

Πέμπτη κόκκινη γραμμή είναι τα βαθμονομημένα μοντέλα από πραγματικές ισραηλινές εμπλοκές. Δεν πρόκειται μόνο για κώδικα, αλλά για σύνολα δεδομένων, πίνακες σφαλμάτων, βιβλιοθήκες και υπογραφές απειλών. Αυτά συνιστούν εθνικό απόρρητο του χρήστη και όχι απλώς ένα εξαγώγιμο εμπορικό προϊόν.

Έκτη κόκκινη γραμμή είναι το δικαίωμα μονομερούς διακλάδωσης του πυρήνα του λογισμικού. Ακόμη και μία φιλική χώρα που λαμβάνει πλήρη πηγή μπορεί, χωρίς κακή πρόθεση, να εισαγάγει μία ευπάθεια η οποία αργότερα επιστρέφει στο οικοσύστημα του κατασκευαστή μέσω κοινών ενημερώσεων ή διασυνδέσεων.

Γι’ αυτό και η έννοια της «πλήρους παράδοσης πηγαίου κώδικα» πρέπει να χρησιμοποιείται πολύ προσεκτικά. Άλλο η παροχή τεχνικών δεδομένων, άλλο η δυνατότητα ολοκλήρωσης και διαμόρφωσης και άλλο η παράδοση του πλήρους «εγκεφάλου» ενός οπλικού συστήματος.

Τι μπορεί και τι πρέπει να απαιτήσει η Ελλάδα

Η ορθή απαίτηση επιτελείου και βιομηχανίας δεν είναι η ολική αποκάλυψη των στρωμάτων A έως E. Είναι η συμβολαιοποιημένη κυριαρχία στο στρώμα F και μία σταθερή, πλήρως τεκμηριωμένη «γλώσσα επικοινωνίας» προς τα κάτω κάτι το οποίο σύμφωνα με τις διευκρινήσεις του Ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας αποτελεί και κομμάτι της συμφωνίας για το εθνικό C2 της Ελλάδας.

Μπορούν να ζητηθούν ICD, API και ελεγχόμενα μηνύματα μεταξύ του εθνικού C2 και κάθε πυροβολαρχίας. Δεν απαιτείται ο εσωτερικός κώδικας του Golden Almond. Απαιτείται όμως μία σταθερή και συμβολαιοποιημένη διεπαφή διαλειτουργικότητας.

Μπορούν να ζητηθούν binaries και δικαιώματα διαμόρφωσης του εθνικού στρώματος, ώστε κανόνες εμπλοκής, όρια ζωνών ευθύνης, προτεραιότητες νησιωτικών συμπλεγμάτων και η σύνδεση με τα Patriot να παραμένουν υπό τον έλεγχο της Πολεμικής Αεροπορίας. Μπορεί να ζητηθεί πηγαίος κώδικας του εθνικού C2 όταν αυτό αναπτύσσεται ως κοινό πρόγραμμα και όχι ως κλειστό προϊόν «ραφιού».

Μπορούν επίσης να ζητηθούν περιβάλλον χειριστή, λογισμικό εκπαίδευσης, εργαλεία σχεδίασης και προσομοίωσης με ελληνική τοπογραφία. Μπορεί να ζητηθεί έλεγχος των διεπαφών για τρίτους ελληνικούς αισθητήρες, το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου, ναυτικά ραντάρ, ηλεκτροοπτικά της Theon, παθητικούς αισθητήρες και μέσα C-UAS.

Μπορεί να ζητηθεί ανεξάρτητος έλεγχος ασφαλείας των binaries χωρίς παράδοση του source code των όπλων. Μπορεί επίσης να προβλεφθεί θεματοφυλακή κώδικα σε τρίτο θεματοφύλακα για τη συνέχιση της υποστήριξης στην περίπτωση που ο προμηθευτής αδυνατεί να την παρέχει, χωρίς να δημιουργείται δικαίωμα ελεύθερης αντιγραφής.

Η βιομηχανική συμμετοχή της τάξης του 25% μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο σε κονσόλες, ερμάρια, τροφοδοτικά, επικοινωνίες, πάγκους ολοκλήρωσης, ηλεκτροοπτικά, καλωδιώσεις, συντήρηση και ενδεχομένως τμήματα εκτοξευτών. Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως πρόσβαση στον πυρήνα RF και ECCM του EL/M-2084.

Η διατύπωση ότι «είτε παραδίδεται ο πηγαίος κώδικας είτε δεν προχωρά η προμήθεια» είναι τεχνικά αδόκιμη όταν με τη φράση «πηγαίος κώδικας» εννοούμε ταυτόχρονα το Stunner, το Golden Almond, τον επεξεργαστή του EL/M-2084, τον seeker και τα ECCM.

Η ορθή επιτελική απαίτηση έχει διαφορετικό κέντρο βάρους. Απαιτείται πλήρης έλεγχος του εθνικού C2, είτε ως πηγαίος κώδικας είτε ως ισοδύναμη κυριαρχία εξέλιξης. Απαιτούνται ανοιχτές και συμβολαιοποιημένες διεπαφές προς όλες τις πυροβολαρχίες. Απαιτείται δικαίωμα ενσωμάτωσης τρίτων ελληνικών και νατοϊκών αισθητήρων χωρίς να απαιτείται άδεια του προμηθευτή σε κάθε ενημέρωση λογισμικού.

Απαιτείται ακόμη η αποτύπωση ελληνικών κανόνων εμπλοκής και της ελληνικής γεωγραφίας μέσα στο λογισμικό ανάθεσης, καθώς και ανεξάρτητος κυβερνοέλεγχος και τεχνική διαβεβαίωση έναντι μηχανισμού αχρήστευσης στο επίπεδο κλειδιών, licensing και ενημερώσεων.

Το ζητούμενο δεν είναι μία ρητορική περί «κερκόπορτας». Είναι ο έλεγχος της αλυσίδας ενημέρωσης και του εθνικού επιπέδου διοίκησης. Ταυτόχρονα γίνεται αποδεκτό ότι τα στρώματα A έως E παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ισραηλινά, όπως ο πυρήνας των Patriot παραμένει εδώ και χρόνια αμερικανικός.

Υπάρχει πραγματικά «kill switch»;

Άμεσο «τηλεχειριστήριο» από το Ισραήλ που σβήνει όλες τις πυροβολαρχίες ή τις στρέφει σε λάθος στόχους δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα οργανικά BMC και δεν τεκμηριώνεται ως μοντέλο εξαγωγής από τη δημοσιευμένη αρχιτεκτονική των ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας.

Θα ήταν, άλλωστε, μία τεράστια δυσφήμηση και ένα ιστορικό προηγούμενο που θα έπληττε τόσο το πελατολόγιο της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας όσο και την αξιοπιστία του Ισραήλ ως συμμάχου. Αυτό λειτουργεί ως ισχυρό αντικίνητρο και όχι ως τεχνική εγγύηση, αλλά σαφώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Το Golden Almond και το Barak BMC, με τοπικό ραντάρ, λύση βολής και χειριστή, δεν χρειάζεται να «ρωτήσουν το Τελ Αβίβ» εάν υπάρχει άδεια για την αναχαίτιση ενός εισερχόμενου όπλου ή μίας εχθρικής πλατφόρμας. Αν η παραλαβή γίνει σωστά, σε λειτουργία πυροβολαρχίας το σύστημα δεν είναι αυτό που παρουσιάζεται τις τελευταίες ημέρες στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Δεν μοιάζει με έναν «οικιακό συναγερμό με τον κωδικό του εγκαταστάτη», στον οποίο έχουμε ή δεν έχουμε πρόσβαση.

Δεν αγοράσαμε συναγερμό Ajax και δεν κρατά η C4S τον κωδικό εισόδου στο σπίτι.

Αυτό που πράγματι υπάρχει είναι εξάρτηση από τον προμηθευτή, όχι κάποιο μαγικό κουμπί τύπου kill switch που αδρανοποιεί στιγμιαία την άμυνα της χώρας.

Κίνδυνος υπάρχει εάν παραμείνει ανοιχτός και κρίσιμος δίαυλος διοίκησης ή υποστήριξης προς τον προμηθευτή: ενημερώσεις βιβλιοθηκών απειλών, ανανέωση κλειδιών, άδειες λογισμικού, τηλεσυντήρηση, δορυφορικές ζεύξεις και λειτουργίες του εθνικού C2/C5I. Τότε το Ισραήλ δεν χρειάζεται να «στρίψει» το βλήμα. Αρκεί, θεωρητικά, να μην ανανεώσει έγκαιρα κλειδιά, να καθυστερήσει ένα κρίσιμο patch ή να αφήσει το στρώμα ενοποίησης να υποβαθμιστεί.

Η άμυνα δεν σβήνει σαν διακόπτης — υποβαθμίζεται.

Το σενάριο της σκόπιμης κατεύθυνσης προς λάθος στόχους είναι ακόμη πιο σύνθετο. Για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται είτε δηλητηριασμένη επιχειρησιακή εικόνα —IFF, βιβλιοθήκες, κανόνες εμπλοκής— είτε ζωντανή δυνατότητα εισαγωγής εντολής στο BMC. Αυτό δεν αποτελεί το συνηθισμένο μοντέλο εξαγωγής. Αποτελεί μοντέλο κακής παραλαβής.

Άρα η τίμια απάντηση δεν είναι «ναι, μπορούν να τα απενεργοποιήσουν όποτε θέλουν».

Είναι ότι δεν αγοράζεις έναν αδρανοποιητή, αλλά αποδέχεσαι έναν βαθμό εξάρτησης από τον προμηθευτή ανάλογα με το πόσο έλεγχο του έχεις επιτρέψει σε ενημερώσεις, κλειδιά, licensing και στο ίδιο το εθνικό C2/C5I.

Αυτό ελέγχεται στη σύμβαση και στην παραλαβή και δεν μπορεί να αναλυθεί πολύ περισσότερο σε ένα δημόσιο άρθρο χωρίς να καταλήξει σε τεχνικές λεπτομέρειες που θα αντιληφθούν ελάχιστοι.

Το βασικό σημείο, ωστόσο, παραμένει: σε μία απλή αγορά ξένου ολοκληρωμένου οπλικού συστήματος —και όχι σε συν-ανάπτυξη ή παραγωγή κατόπιν αδείας— δεν πρέπει να συγχέεται η επιχειρησιακή κυριαρχία με την απαίτηση καθολικής παράδοσης κάθε γραμμής πηγαίου κώδικα κάθε κρίσιμου υποσυστήματος.

Είτε μιλάμε για σύστημα αεράμυνας, είτε για μαχητικό αεροσκάφος, είτε για φρεγάτα, είτε για υποβρύχιο, η ουσία βρίσκεται αλλού.

Αυτό που έχει πραγματική σημασία για την Ελλάδα είναι να αποκτήσει πλήρη κυριαρχία εκεί όπου κρίνεται η ελληνική επιχειρησιακή αυτονομία: στο εθνικό C2/C5I, στις διεπαφές, στην ενσωμάτωση αισθητήρων και όπλων, στη διαχείριση κρίσιμων κλειδιών και στην αλυσίδα ενημέρωσης του συστήματος.

Το άρθρο δημοσιεύεται σε τροποποιημένη μορφή κατόπιν αποκλειστικής άδειας του συντάκτη προς το NEMESISHD.GR.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Η συντακτική ομάδα του NEMESISHD.GR