Ιστορία
Μαρίνος Μητραλέξης: Ο παράτολμος Έλληνας αεροπόρος που εμβόλισε ιταλικό βομβαρδιστικό
Ο εμβολισμός του Μητραλέξη στις 2 Νοεμβρίου 1940 συνήθως αφηγείται ως πράξη ψυχής, και είναι. Διαβασμένος όμως μέσα από τα επίσημα αρχεία και των δύο πλευρών, είναι κάτι ακόμη: η τελευταία κίνηση ενός χειριστή καταδίωξης που είχε εξαντλήσει το οπλικό του σύστημα απέναντι σε στόχο που δεν έπεφτε, στην πρώτη μεγάλη ημέρα αεροπορικού αγώνα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Την ίδια ημέρα η Πολεμική Αεροπορία πολέμησε πάνω από τη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα, έχασε δύο χειριστές στην Ήπειρο και εντόπισε με ένα παλαιό Breguet τη Μεραρχία «Julia» στην Πίνδο. Στη γιορτή της Πολεμικής Αεροπορίας και του προστάτη της, Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ανασυνθέτουμε τη 2α Νοεμβρίου 1940 με βάση την ιστορία του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ), το λεύκωμα πεσόντων αεροπόρων και τα επίσημα πολεμικά ανακοινωθέντα της Ρώμης, που διαβάζονται σήμερα με διαφορετικό μάτι.
Η Πολεμική Αεροπορία τον Οκτώβριο του 1940: 79 πολεμικά αεροσκάφη απέναντι σε 463
Η εικόνα της ισορροπίας δυνάμεων είναι το σημείο εκκίνησης για να καταλάβει κανείς γιατί ένας χειριστής έφτασε να χρησιμοποιήσει την έλικα του αεροσκάφους του ως όπλο. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας για την περίοδο 1940-1941, στην έναρξη των επιχειρήσεων υπήρχαν 158 πολεμικά αεροσκάφη όλων των τύπων, από τα οποία τα 128 ήταν εν ενεργεία. Από αυτά, μόλις 79 ήταν καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά, με 59 εν ενεργεία, ενώ η Ιταλική Αεροπορία (Regia Aeronautica) παρέτασσε 463 αεροσκάφη πρώτης γραμμής, γενικά καλύτερων επιδόσεων. Η αεροπορική ισχύς δεν ήταν ενιαία, γιατί ο Στρατός, το Ναυτικό και η Αεροπορία κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τα αεροσκάφη που εξυπηρετούσαν το δικό τους δόγμα, και η Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως διέθετε τέσσερις μοίρες: την 21η στα Τρίκαλα με PZL P.24F/G και Gloster Gladiator, την 22α στη Θεσσαλονίκη με PZL P.24F/G, την 23η στη Λάρισα με PZL και την 24η στην Ελευσίνα με Bloch MB.151 και Avia B.534.
Η 22α Μοίρα Διώξεως ήταν η αεροπορική ασπίδα της Θεσσαλονίκης, του δεύτερου μεγαλύτερου λιμανιού και σημαντικού σιδηροδρομικού κόμβου της χώρας, και επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Μεγάλης Μίκρας, έξω από την πόλη. Το μέτωπο της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας απείχε, αλλά η Θεσσαλονίκη ήταν από τις πρώτες ημέρες στόχος βομβαρδισμών, γιατί από το λιμάνι και τον σιδηρόδρομό της περνούσε μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας προς το μέτωπο. Τα ιταλικά βομβαρδιστικά που την έπλητταν δεν απογειώνονταν από την Αλβανία αλλά από την Απουλία, γιατί οι βροχές των πρώτων ημερών του Νοεμβρίου είχαν μετατρέψει τα αλβανικά αεροδρόμια σε λάσπη, και αυτό σήμαινε μεγάλη απόσταση, σχηματισμούς με συνοδεία και επιθέσεις σε κύματα.
PZL P.24 απέναντι σε Cant Z.1007bis: ένα μονοθέσιο με τέσσερα όπλα και ένα ξύλινο τρικινητήριο
Το PZL P.24 ήταν πολωνικό μονοθέσιο καταδιωκτικό με χαρακτηριστική πτέρυγα «γλάρου» (δηλαδή πτέρυγα που ξεκινά με κλίση προς τα πάνω από τη ρίζα και σπάει προς τα έξω, για να δίνει στον χειριστή καλύτερη ορατότητα). Η σύμβαση για την προμήθεια υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1936 και η παράδοση ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1937. Το ΓΕΑ καταγράφει 36 αεροσκάφη PZL P.24F και G, με κινητήρα Gnome-Rhône 14N07 ισχύος 950 ίππων, εκπέτασμα 10,68 m, μήκος 7,60 m, ασύρματο γερμανικής κατασκευής και σύστημα οξυγόνου αμερικανικής κατασκευής. Η έκδοση F έφερε δύο πυροβόλα 20 mm Oerlikon FF και δύο πολυβόλα 7,92 mm, ενώ η G είχε μόνο πολυβόλα, και η διαφορά αυτή έχει σημασία: μέσα στον ίδιο σχηματισμό υπήρχαν αεροσκάφη με πολύ διαφορετική ικανότητα να καταστρέψουν ένα μεγάλο βομβαρδιστικό. Τα P.24 ήταν, με τα λόγια του ΓΕΑ, τα αεροπλάνα που «σήκωναν το βάρος των εναέριων μαχών» στο εξάμηνο του πολέμου, και τα στοιχεία που παραθέτει το ΓΕΑ αναφέρουν ότι 35 ελληνικά P.24 κατέρριψαν 40 εχθρικά αεροσκάφη από τον Νοέμβριο του 1940 έως τον Απρίλιο του 1941, ένα από αυτά με εμβολισμό.
Απέναντι βρισκόταν το Cant Z.1007bis «Alcione», τρικινητήριο μεσαίο βομβαρδιστικό με κατασκευή κυρίως από ξύλο, τρεις αστεροειδείς κινητήρες Piaggio και αμυντικά πολυβόλα σε ραχιαία και κοιλιακή θέση. Σε μεγάλο ύψος το Cant δεν ήταν αργότερο από το PZL: τα στοιχεία της εποχής δίνουν στο P.24F/G μέγιστη ταχύτητα περίπου 430 km/h και στο Z.1007bis περίπου 450 έως 460 km/h στα 4.000-4.600 μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι ένα καταδιωκτικό που δεν είχε ήδη ύψος και θέση πάνω από τον σχηματισμό δεν μπορούσε να «κυνηγήσει» ένα βομβαρδιστικό από πίσω, και ότι κάθε επίθεση έπρεπε να γίνει με κατάβαση από ψηλότερα ή κατά μέτωπο, με λίγα δευτερόλεπτα βολής ανά διέλευση και κάτω από τα πυρά των αμυντικών πολυβόλων. Ένα μεγάλο τρικινητήριο μπορεί να συνεχίσει να πετά με έναν κινητήρα εκτός λειτουργίας και να απορροφήσει πολλά πλήγματα, οπότε ένα καταδιωκτικό με τέσσερα όπλα μπορούσε να αδειάσει όλα του τα πυρομαχικά πάνω σε έναν στόχο χωρίς να τον καταρρίψει. Αυτό ακριβώς συνέβη στον Μητραλέξη.
Τα λεπτά της αερομαχίας πάνω από τον Λαγκαδά
Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1940 η 22α Μοίρα Διώξεως βρισκόταν σε πλήρη επιφυλακή όταν δόθηκε εντολή για άμεση απογείωση έξι PZL, καθώς δεκαπέντε Cant Z.1007bis με συνοδεία επτά καταδιωκτικών πλησίαζαν τη Θεσσαλονίκη με αποστολή τον βομβαρδισμό της. Τα ελληνικά αεροσκάφη εντόπισαν τον σχηματισμό και η αερομαχία μεταφέρθηκε λίγο έξω από την πόλη, στην περιοχή του Λαγκαδά, όπου ήταν παρατεταγμένα ελληνικά αντιαεροπορικά πυροβόλα που ενίσχυαν από το έδαφος την εμπλοκή. Η αριθμητική εικόνα ήταν περίπου ένα ελληνικό καταδιωκτικό απέναντι σε τέσσερα ιταλικά αεροσκάφη, και σε μια τέτοια εμπλοκή ο στόχος των καταδιωκτικών είναι να διασπάσουν τον σχηματισμό των βομβαρδιστικών πριν φτάσει πάνω από τον στόχο, γιατί ένας σχηματισμός που διαλύεται χάνει τη συγκέντρωση των αμυντικών πυρών του και ρίχνει τις βόμβες του σκόρπια.
Ο υποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης, απόφοιτος της Σχολής Αεροπορίας από τον Αύγουστο του 1938, επιτέθηκε σε ένα από τα τρικινητήρια βομβαρδιστικά και άδειασε πάνω του όλα τα πυρομαχικά του, χωρίς το Cant να πέσει. Το επίσημο κείμενο του ΓΕΑ περιγράφει το επόμενο λεπτό με μία πρόταση: ο Μητραλέξης, αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του, «έκρουσε» με την έλικα του αεροσκάφους του το πηδάλιο ενός ιταλικού βομβαρδιστικού CANT Z.1007 Alcione, με αποτέλεσμα αυτό να συντριβεί στο έδαφος. Η λεπτομέρεια του «πηδαλίου» είναι το κλειδί για την ανάλυση. Ο Μητραλέξης δεν έπεσε πάνω στην άτρακτο ή στα φτερά του βομβαρδιστικού, κάτι που θα είχε σχεδόν βέβαιο αποτέλεσμα τη δική του καταστροφή, αλλά πλησίασε το ουραίο τμήμα και έκοψε με τα πτερύγια της έλικας το πηδάλιο διεύθυνσης, δηλαδή την επιφάνεια ελέγχου στο κατακόρυφο σταθερό της ουράς με την οποία ο χειριστής κατευθύνει το αεροσκάφος γύρω από τον κατακόρυφο άξονα. Χωρίς αυτήν, ένα ήδη χτυπημένο βομβαρδιστικό χάνει τον έλεγχο, και το Cant μπήκε σε περιδίνηση και συνετρίβη.
Το ίδιο το PZL πλήρωσε το τίμημα με στρεβλωμένη έλικα. Ένας κινητήρας με παραμορφωμένη έλικα δημιουργεί ισχυρούς κραδασμούς και χάνει ώση, και ο Μητραλέξης δεν είχε άλλη επιλογή από αναγκαστική προσγείωση κοντά στο σημείο όπου συνετρίβη το βομβαρδιστικό. Εκεί διαπίστωσε ότι από το πενταμελές πλήρωμα του Cant οι τέσσερις είχαν σωθεί με αλεξίπτωτα και εκεί έρχεται η δεύτερη ηρωική πράξη του καθώς τους συνέλαβε προτάσσοντας το περίστροφό του, τους επιβίβασε σε αυτοκίνητο της Χωροφυλακής και τους οδήγησε στη Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης. Η εικόνα ενός νέου αξιωματικού που καταρρίπτει βομβαρδιστικό χωρίς πυρομαχικά και επιστρέφει με τέσσερις αιχμαλώτους έγινε αμέσως γνωστή στον ελληνικό και τον ξένο Τύπο, και η καταγραφή του Πανελλήνιου Συλλόγου Οικογενειών Πεσόντων Αεροπόρων σημειώνει ότι η πράξη «βρήκε γρήγορα μιμητές».
Η ίδια ημέρα στην Ήπειρο: δύο νεκροί της 21ης Μοίρας και ένα Breguet πάνω από την Πίνδο
Η 2α Νοεμβρίου δεν ήταν μόνο η ημέρα της Θεσσαλονίκης, και η ανάλυση της αερομαχίας χάνει το νόημά της αν αφαιρεθεί από το υπόλοιπο μέτωπο. Πάνω από τα Ιωάννινα, τρία PZL της 21ης Μοίρας Διώξεως αντιμετώπισαν δεκαπέντε ιταλικά καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά που κατευθύνονταν εναντίον της πόλης. Στην άνιση αυτή αερομαχία σκοτώθηκαν ο σμηναγός Ιωάννης Σακελλαρίου, αρχηγός του σχηματισμού, που το αεροσκάφος του χτυπήθηκε και έπεσε στην περιοχή της Ζίτσας, και ο επισμηνίας Χρήστος Παπαδόπουλος, όπως καταγράφουν οι επίσημες βιογραφίες των πεσόντων. Η αναλογία ήταν ακόμη χειρότερη από εκείνη της Θεσσαλονίκης, πέντε ιταλικά αεροσκάφη για κάθε ελληνικό, και δείχνει πώς η Πολεμική Αεροπορία μοίραζε λίγα καταδιωκτικά σε πολλά σημεία ταυτόχρονα.
Την ίδια ημέρα έγινε και ένα από τα πιο κρίσιμα επεισόδια αεροπορικής αναγνώρισης του πολέμου. Ένα Breguet 19, διπλάνο της δεκαετίας του 1920, πετώντας χαμηλά κατά μήκος των αλβανικών συνόρων, εντόπισε την ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών «Julia» τη στιγμή που είχε εισχωρήσει στην Πίνδο και κινούνταν για να καταλάβει το Μέτσοβο. Το ΓΕΑ σημειώνει ότι το γεγονός αυτό μετέβαλε ριζικά την κατάσταση του μετώπου υπέρ των Ελλήνων, γιατί η πληροφορία έφτασε τη στιγμή που κρινόταν η μάχη της Πίνδου και μαζί της η πρώτη φάση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Ένα από τα πιο απαρχαιωμένα αεροσκάφη της χώρας έδωσε την πιο πολύτιμη πληροφορία, και ένα από τα πιο σύγχρονα καταδιωκτικά της έφτασε να πολεμήσει με την έλικά του: η 2α Νοεμβρίου συμπυκνώνει όλη την πραγματικότητα και τον ηρωισμό της ελληνικής αεροπορίας του 1940.
Τι έγραψαν τα επίσημα ανακοινωθέντα της Ρώμης
Τα ημερήσια πολεμικά ανακοινωθέντα του Γενικού Στρατηγείου των ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων είναι κρατικά έγγραφα της εποχής και διασώζονται αυτούσια. Το ανακοινωθέν αριθ. 148 της 2ας Νοεμβρίου αναφέρει για την προηγούμενη ημέρα βομβαρδισμούς της Σαλαμίνας, της Κέρκυρας, της Λάρισας, της διώρυγας της Κορίνθου και, «σε δύο διαδοχικά κύματα», της Θεσσαλονίκης, με την επισήμανση ότι «όλα τα αεροσκάφη μας επέστρεψαν». Το ανακοινωθέν αριθ. 149 της 3ης Νοεμβρίου, που καλύπτει τη 2α Νοεμβρίου, απαριθμεί επιθέσεις στην Κέρκυρα, την Πάτρα, τη Λάρισα, τα Ιωάννινα, το Ναβαρίνο, τα Χανιά και τη Θεσσαλονίκη, «όπου κατά τη διάρκεια μάχης με την εχθρική καταδίωξη ένα αντίπαλο αεροσκάφος καταρρίφθηκε», και καταλήγει με τη φράση «δύο αεροσκάφη μας δεν επέστρεψαν». Είναι η επίσημη ιταλική παραδοχή απωλειών για όλο το μέτωπο εκείνης της ημέρας, και μέσα σε αυτήν περιλαμβάνεται το Cant που έπεσε στον Λαγκαδά.
Το ΓΕΑ καταγράφει για όλο τον πόλεμο κατά της Ιταλίας 64 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις και 20 πιθανές από Έλληνες αεροπόρους, έναντι 24 επιτυχιών των Ιταλών στον αέρα, καθώς και 28 ιταλικά αεροσκάφη που καταστράφηκαν από ελληνικά βομβαρδιστικά και 23 από αντιαεροπορικά όπλα. Οι ελληνικές απώλειες από τις αντίστοιχες ιταλικές ενέργειες ήταν 8 και 5 αεροσκάφη, και η Αεροπορία είχε 49 νεκρούς και 22 τραυματίες στον αγώνα εναντίον των Ιταλών. Οι Μοίρες Διώξεως εκτέλεσαν 804 πολεμικές αποστολές με 1.530 ώρες πτήσης, ένας αριθμός που για μια δύναμη λίγων δεκάδων καταδιωκτικών σημαίνει χειριστές που απογειώνονταν ξανά και ξανά κάθε ημέρα, συχνά νέοι και άπειροι, όπως σημειώνει και το ίδιο το ΓΕΑ.
Γιατί ο εμβολισμός έμεινε στην ιστορία και τι διδάσκει στην αερομαχία σήμερα
Ο Μητραλέξης τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, την ανώτατη ηθική αμοιβή σε καιρό πολέμου, και ήταν ο μοναδικός Έλληνας αεροπόρος στον οποίο απονεμήθηκε η διάκριση αυτή ενώ διαρκούσε ο πόλεμος. Μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Απρίλιο του 1941 βρέθηκε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε να πολεμά. Σκοτώθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1948, όταν το Airspeed Oxford με αριθμό Δ130, στο οποίο επέβαινε μαζί με τον αντισμήναρχο Δημοσθένη Πολίτη και τον επισμηναγό Δημήτριο Γαλανάκο σε αποστολή αναγνώρισης στο Αιγαίο, κατέπεσε λόγω βλάβης του ενός κινητήρα στη θάλασσα κοντά στην Τήνο. Του απονεμήθηκε μετά θάνατον ο βαθμός του αντισμηνάρχου. Η πλήρης βιογραφία του υπάρχει στο αφιέρωμά μας στον Μαρίνο Μητραλέξη.
Ο Μαρίνος Μητραλέξης δεν έμεινε στην ιστορία επειδή διέθετε το καλύτερο αεροσκάφος ή τα ισχυρότερα όπλα. Έμεινε επειδή, τη στιγμή που εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά του, δεν εξαντλήθηκαν το θάρρος και η αποφασιστικότητά του. Ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, η ιστορία του εξακολουθεί να θυμίζει στις νέες γενιές Ικάρων ότι η πραγματική ισχύς της Πολεμικής Αεροπορίας δεν βρίσκεται μόνο στα αεροσκάφη της, αλλά πρωτίστως στους ανθρώπους που τα πετούν. Χρόνια πολλά στην Πολεμική Αεροπορία μας και σε όλους εκείνους που συνεχίζουν να γράφουν την ιστορία της στους ελληνικούς ουρανούς.
Ο υποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης της 22ας Μοίρας Διώξεως εξάντλησε τα πυρομαχικά του PZL P.24 πάνω σε ένα ιταλικό βομβαρδιστικό Cant Z.1007bis που δεν καταρρίφθηκε, και στη συνέχεια έκοψε με την έλικα του αεροσκάφους του το κατακόρυφο πηδάλιο του βομβαρδιστικού, το οποίο έπεσε σε περιδίνηση και συνετρίβη κοντά στον Λαγκαδά.
Η επαφή έγινε μόνο με την έλικα και μόνο στο ουραίο τμήμα του βομβαρδιστικού, με πολύ μικρή διαφορά ταχύτητας. Η έλικα του PZL στρεβλώθηκε και ο Μητραλέξης έκανε αναγκαστική προσγείωση κοντά στο σημείο της συντριβής.
Από το πενταμελές πλήρωμα οι τέσσερις σώθηκαν με αλεξίπτωτα. Ο Μητραλέξης τους συνέλαβε με το περίστροφό του και τους παρέδωσε, με αυτοκίνητο της Χωροφυλακής, στη Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης.
Το ανακοινωθέν αριθ. 149 ανέφερε ότι δύο ιταλικά αεροσκάφη δεν επέστρεψαν από τις επιχειρήσεις εκείνης της ημέρας. Τα ανακοινωθέντα 150 και 151 ανέβασαν τα ελληνικά αεροσκάφη που φέρονταν καταρριφθέντα σε έντεκα συν ένα πιθανό, αριθμός που δεν συμβιβάζεται με τις 14 συνολικές απώλειες των ελληνικών Μοιρών Διώξεως σε αερομαχίες σε όλο τον πόλεμο.
Τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας και ήταν ο μοναδικός Έλληνας αεροπόρος που το έλαβε ενώ διαρκούσε ο πόλεμος. Σκοτώθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1948 σε πτώση αεροσκάφους Oxford κοντά στην Τήνο και προήχθη μετά θάνατον σε αντισμήναρχο.
