Σε μια κρίσιμη καμπή για τη σταθερότητα της Δυτικής Αφρικής, το Μάλι συγκλονίζεται από τον θάνατο του πανίσχυρου Υπουργού Άμυνας, Στρατηγού Σαντιό Καμαρά, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια σειράς συντονισμένων επιθέσεων σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ανακοινωθείσα αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από το στρατηγικής σημασίας προπύργιο του Κιντάλ, διαμορφώνει ένα νέο, εκρηκτικό σκηνικό στην περιοχή του Σαχέλ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας.
Η δολοφονία του Σαντιό Καμαρά στην Κατί
Ο θάνατος του Στρατηγού Καμαρά επήλθε μετά από επίθεση αυτοκτονίας με παγιδευμένο αυτοκίνητο στην οικία του, στην οχυρωμένη στρατιωτική πόλη Κατί, που βρίσκεται περίπου 15 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας Μπαμακό. Η Κατί θεωρείται το πλέον ασφαλές σημείο της χώρας, καθώς εκεί διαμένει και ο μεταβατικός Πρόεδρος, Ασίμι Γκοΐτα.
Σύμφωνα με πηγές από το περιβάλλον της οικογένειας και τον στρατό, η επίθεση σημειώθηκε το Σάββατο, στο πλαίσιο μιας ευρείας επιχείρησης που εξαπέλυσαν μαχητές της οργάνωσης Jama’at Nusrat al-Islam wal-Muslimin (JMIN), η οποία συνδέεται με την Αλ Κάιντα, σε συνεργασία με Τουαρέγκ αυτονομιστές του Μετώπου Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (FLA).
Ο Νικολά Χακ, ανταποκριτής του Al Jazeera, υπογράμμισε τη σημασία του θύματος δηλώνοντας:
«Ήταν μία από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες της στρατιωτικής ηγεσίας και θεωρούνταν από ορισμένους ως ο μελλοντικός ηγέτης του Μάλι. Ο θάνατός του αποτελεί καίριο πλήγμα για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας».
Παρά τη σφοδρότητα των συγκρούσεων, ο Πρόεδρος Γκοΐτα αναφέρθηκε πως είναι ασφαλής και παραμένει στη διοίκηση του στρατεύματος, καθώς μεταφέρθηκε σε άγνωστη τοποθεσία αμέσως μετά την εκδήλωση της επίθεσης.
Συμφωνία αποχώρησης των Ρώσων από το Κιντάλ
Την ίδια ώρα, οι επαναστάτες Τουαρέγκ του FLA ανακοίνωσαν την επίτευξη συμφωνίας που επιτρέπει στις δυνάμεις του ρωσικού Africa Corps (πρώην Wagner) να αποσυρθούν από το στρατόπεδο 2 στο Κιντάλ. Η πόλη, που αποτελεί ιστορικό προπύργιο των Τουαρέγκ, είχε περιέλθει στον έλεγχο του στρατού του Μάλι τον Νοέμβριο του 2023, με τη συνδρομή των Ρώσων μισθοφόρων.
«Επιτεύχθηκε συμφωνία που επιτρέπει στον στρατό και τους συμμάχους του, Africa Corps να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο, όπου ήταν εγκλωβισμένοι από χθες», ανέφερε αξιωματούχος των Τουαρέγκ. Κάτοικοι της περιοχής επιβεβαίωσαν ότι είδαν στρατιωτικά κονβόι να αποχωρούν, ενώ ένοπλοι επαναστάτες έχουν ήδη πάρει τον έλεγχο των δρόμων.
Το Africa Corps, το οποίο τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας μετά τον θάνατο του Γιεβγκένι Πριγκόζιν το 2023, αποτελεί τη βασική δύναμη υποστήριξης της χούντας του Μάλι στον αγώνα κατά των τζιχαντιστών και των αυτονομιστών. Η απώλεια του ελέγχου του Κιντάλ αποτελεί σοβαρή συμβολική και στρατιωτική ήττα για τη Μπαμακό.
Συντονισμένη επίθεση σε πολλαπλά μέτωπα
Οι επιθέσεις του Σαββατοκύριακου δεν περιορίστηκαν στην Κατί και το Κιντάλ. Στρατιωτικές πηγές αναφέρουν πλήγματα στην Μπαμακό, στο Γκάο και στην κεντρική πόλη Σεβαρέ.
Στο Γκάο, οι δυνάμεις των Τουαρέγκ ισχυρίζονται πως κατέρριψαν ρωσικό ελικόπτερο κοντά στην πόλη. Πληροφορίες για το συμβάν είχαν αρχίσει να διαρρέουν από τις 25 Απριλίου, ωστόσο μόλις πρόσφατα εμφανίστηκαν οπτικά ντοκουμέντα που δείχνουν συντρίμμια αεροσκάφους, αν και η ταυτοποίηση του αντικειμένου παραμένει δύσκολη.
Πηγή από τους Τουαρέγκ δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP):
«Ο στόχος των επιτιθέμενων δεν ήταν η κατάληψη και ο έλεγχος πόλεων, αλλά η διεξαγωγή συντονισμένων ενεργειών με σκοπό την πτώση του Κιντάλ, το οποίο αποτελεί ισχυρότατο σύμβολο».
Διεθνής καταδίκη και ανησυχία
Η κλιμάκωση της βίας έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Η Αφρικανική Ένωση, η Ρωσία, ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας και το Γραφείο Αφρικανικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών καταδίκασαν τις επιθέσεις, εκφράζοντας ανησυχία για το ενδεχόμενο πλήρους αποσταθεροποίησης της χώρας.
Το Μάλι βρίσκεται υπό στρατιωτική διοίκηση μετά τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα του 2020 και του 2021. Η απομάκρυνση από τους δυτικούς συμμάχους, και κυρίως τη Γαλλία, προς όφελος της στρατιωτικής συνεργασίας με τη Ρωσία, φαίνεται πως δοκιμάζεται πλέον σκληρά από τις συντονισμένες επιχειρήσεις των ανταρτών και των ισλαμιστικών οργανώσεων.




