Με την ολοκλήρωση των εργασιών του 6ου Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στην Άγκυρα, ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, και ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προχώρησαν σε κοινές δηλώσεις προς τον Τύπο, αποτυπώνοντας το κλίμα των συνομιλιών αλλά και τις πάγιες θέσεις των δύο χωρών. Η συνάντηση των δύο ηγετών επιβεβαίωσε την πρόθεση για διατήρηση των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, παρά τις καταγεγραμμένες διαφωνίες σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα.
Οι τοποθετήσεις του Τούρκου Προέδρου
Ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λαμβάνοντας πρώτος τον λόγο, ανέφερε ότι συζητήθηκαν οι θέσεις των δύο χωρών για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Σημείωσε πως, παρά την ύπαρξη «ακανθωδών» ζητημάτων, αυτά δεν είναι άλυτα εφόσον υπάρχει καλή θέληση και προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο. Ο Τούρκος Πρόεδρος εξέφρασε την πεποίθηση ότι μπορεί να βρεθεί κοινή λύση, υποστηρίζοντας πως σε αυτό συμφωνεί και ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ενώ ανέφερε σύντομα πως δεν θα έπρεπε να αποκλείεται η Τουρκία από ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες, αφήνοντας σαφή υπαινιγμό για τον μηχανισμό SAFE.
Στη συνέχεια, ο Τούρκος πρόεδρος επέλεξε να αναφερθεί στο θέμα των μειονοτήτων με τρόπο που προκάλεσε την αντίδραση της Αθήνας, κάνοντας λόγο για «τουρκική μειονότητα» στη Δυτική Θράκη. Υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρξει δράση με αίσθημα ιστορικής ευθύνης, ώστε να ωφεληθεί η μειονότητα από τις θρησκευτικές και εκπαιδευτικές ελευθερίες.
Η απάντηση και οι θέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη
Στη δική του τοποθέτηση, ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, δήλωσε πως με τον πρόεδρο Ερντογάν έκαναν συνολικό απολογισμό των διμερών σχέσεων της τελευταίας διετίας, εστιάζοντας στους τρεις πυλώνες: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Ξεκαθάρισε ότι η αποφυγή κρίσεων και εντάσεων είναι πρωταρχικής σημασίας όταν ανακύπτουν διαφωνίες, τονίζοντας ότι η Ελλάδα παραμένει μια ειρηνική χώρα, προσηλωμένη στον διάλογο με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό.
Αναφορικά με το μεταναστευτικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας των δύο χωρών, επισημαίνοντας ότι οι ροές έχουν μειωθεί κατά 60% τον τελευταίο χρόνο. Περνώντας στα ζητήματα των θαλασσίων ζωνών, επανέλαβε την πάγια ελληνική θέση ότι η οριοθέτηση αποτελεί τη μόνη διαφορά που θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο, στη βάση του Δικαίου της Θάλασσας.
Ξεκάθαρη ήταν η απάντηση του Πρωθυπουργού στο ζήτημα των μειονοτήτων. Υπογράμμισε ότι η θέση της Ελλάδας είναι απόλυτα καθαρή και βασίζεται στη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία ορίζει ρητά τη μειονότητα ως θρησκευτική, χωρίς καμία άλλη παρερμηνεία. Συμπλήρωσε δε ότι στόχος είναι οι μειονότητες να λειτουργούν ως γέφυρες φιλίας μεταξύ των δύο λαών.
Ο κ. Μητσοτάκης έθεσε με έμφαση το ζήτημα της άρσης «κάθε τυπικής και ουσιαστικής απειλής», αναφερόμενος στο τουρκικό casus belli, επισημαίνοντας μάλιστα «αν όχι τώρα, πότε;». Για το Κυπριακό, σημείωσε ότι υπάρχει ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για τη συνέχιση του διαλόγου, πάντα στη βάση των ψηφισμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Κλείνοντας, ο Πρωθυπουργός τόνισε ότι η γεωγραφία ορίζει τη συμβίωση των δύο χωρών στην ίδια γειτονιά, και χρέος των ηγεσιών είναι να την καταστήσουν σύμμαχο, «τιμώντας την ιστορική παρακαταθήκη των Ελευθέριου Βενιζέλου και Κεμάλ Ατατούρκ».
Υπογραφή συμφωνιών
Η συνάντηση επισφραγίστηκε με την υπογραφή επτά συμφωνιών που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τομέων. Αυτές περιλαμβάνουν μια κοινή δήλωση συνεργασίας των δύο κυβερνήσεων, μνημόνιο για τον πολιτισμό, καθώς και συμφωνίες για την οικονομική συνεργασία μέσω των οργανισμών “Enterprise Greece” και “Invest in Turkiye”. Επιπλέον, προβλέπεται ενίσχυση της συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία, στην πολιτική προστασία για την αντιμετώπιση σεισμών, καθώς και η δρομολόγηση της ακτοπλοϊκής σύνδεσης μεταξύ των λιμανιών της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνης.





