Με ορίζοντα την πιθανή απόσυρση τους το 2028, τα ελληνικά F-4E Phantom II (Φάντομ) διανύουν την ύστατη φάση μιας πεντηκονταετούς πορείας. Στην Ανδραβίδα, με αιχμή τη 338 Μοίρα, τα αναβαθμισμένα F-4E Peace Icarus 2000 (AUP/PI2000) υπηρετούν μέχρι να κλείσουν σιγά σιγά την ένδοξη ιστορία τους στην Πολεμική Αεροπορία.
Τα Φάντομ ξεκίνησαν να γράφουν την ιστορία τους με το πρόγραμμα Peace Icarus I που ξεκίνησε με την παραγγελία 36 F-4E το 1972, για να εξοπλίσουν δύο μοίρες: την 338 Μοίρα Δίωξης/Βομβαρδισμού και την 339 Μοίρα Παντός Καιρού.
Τα πρώτα έξι ελληνικά F-4E προσγειώθηκαν στην 117 Πτέρυγα Μάχης την Παρασκευή 5 Απριλίου 1974, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για την ΠΑ. Δυστυχώς για σειρά πολιτικών αλλά και τεχνικών λόγων τα F-4 Phantom δεν κατάφεραν να συμμετάσχουν στην άμυνα της Κύπρου κατά την διάρκεια της Τουρκικής εισβολής.
Το 1977 ακολούθησε νέα παραγγελία 18 F-4E και 6 RF-4E αναγνωριστικών. Στη δεκαετία του 1990, η USAF παραχώρησε 28 μαχητικά F-4E, αναβαθμισμένα με το σύστημα Navigation & Weapons Delivery System (NWDS), που τους προσέφερε αυξημένες δυνατότητες προσβολής επίγειων στόχων και εντάχθηκαν επιχειρησιακά στη 338 Μοίρα.
Το τεχνολογικό άλμα ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με το Peace Icarus 2000: Μια σημαντική απόφαση για την αναβάθμιση των F-4E/RF-4E και την υλοποίηση ενός προγράμματος δομικής παράτασης ζωής (SLEP) για τα αεροσκάφη που είχαν απομείνει, σε συνδυασμό με το εξαιρετικό πρόγραμμα Avionics Upgrade Program (AUP) για 39 F-4 το οποίο τα κρατά ουσιαστικά και επιχειρησιακά ωφέλιμα ως τώρα. Η σύμβαση μεταξύ DASA και ΕΑΒ υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 1998. Ο εξοπλισμός περιέλαβε ραντάρ AN/APG-65 GR, νέο υπολογιστή αποστολής, HUD, έγχρωμες MFD, GPS/INS, IFF, V/UHF κ.ά., ενώ ενσωματώθηκε δυνατότητα χρήσης πυραύλων αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM και προηγμένων όπλων αέρος/εδάφους. Το συνολικό κόστος ανήλθε σε 315 εκατ. δολάρια. Η πρώτη πτήση αναβαθμισμένου αεροσκάφους έγινε στις 28 Απριλίου 1999 στο Manching.
Από επιχειρησιακής πλευράς, η ΠΑ αναδιοργάνωσε τον στόλο συγκεντρώνοντας τα F-4 της σε μία βάση και μοίρα στην Ανδραβίδα (117 ΠΜ), ώστε να μεγιστοποιηθεί η διαθεσιμότητα και η αξιοποίηση τεχνικού προσωπικού και υποδομών.
Στο όριο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν στέκει η ημερομηνία ορόσημο, 5 Μαΐου 2017 όπου τα αναγνωριστικά RF-4E αποσύρθηκαν επισήμως και απενεργοποιήθηκε η 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνώρισης, κλείνοντας το αναγνωριστικό κεφάλαιο των Phantom στην Ελλάδα. Λίγους μήνες αργότερα, η ένδοξη 339 Μοίρα διαλύθηκε (31 Οκτωβρίου 2017), αφήνοντας τη 338 Μοίρα «Άρης» ως τον τελευταίο επιχειρησιακό φορέα του τύπου στην 117 ΠΜ/ΑΒ Ανδραβίδας. Αυτό το οργανωτικό σχήμα παραμένει έως σήμερα και καθορίζει το πλαίσιο της τελευταίας δεκαετίας των Φάντομ στους ελληνικούς αιθέρες.
Από το 2018 και μετά, ο ρόλος των ελληνικών F-4E PI2000 εξακολουθεί να είναι κρίσιμος. Η 338 Μοίρα υποστηρίζει την αποστολή αεράμυνας και κρούσης με συντηρητική διαχείριση ωρών πτήσης, ώστε να διαφυλαχθεί η διαθεσιμότητα μέχρι την οριστική απόσυρση. Τα συστήματα του AUP προσφέρουν επαρκή επίγνωση κατάστασης, βελτιωμένη ναυτιλία/στοχοποίηση και δυνατότητα εμπλοκής σε μεσαίες αποστάσεις, διατηρώντας ουσιαστική επιχειρησιακή αξία παρά την ηλικία του αεροσκάφους.
Ο ρόλος των F-4 Phantom στην κρίση του 2020
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Έβρου το 2020 στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όταν οι εντάσεις με την Τουρκία κορυφώθηκαν, τα F-4E AUP της 338 Μοίρας ανέλαβαν ενεργό ρόλο στην ενίσχυση της αεράμυνας και της ανάληψης τομέων επιχειρησιακού ενδιαφέροντος που θα μπορούσαν να βομβαρδιστούν σε περίπτωση σύγκρουσης. Παρά την ηλικία τους, τα αναβαθμισμένα Phantom συμμετείχαν σε αποστολές επιφυλακής και ετοιμότητας, αποδεικνύοντας την επιχειρησιακή τους αξία.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του τεχνικού προσωπικού, που κατάφερε να επαναφέρει σε πτητική κατάσταση μεγάλο αριθμό ακινητοποιημένων αεροσκαφών, εξασφαλίζοντας αυξημένη διαθεσιμότητα μέσα σε ελάχιστο χρονικό περιθώριο. Η συντονισμένη αυτή προσπάθεια των τεχνικών και μηχανικών της ΠΑ κατέδειξε την εμπειρία και τον επαγγελματισμό που διατηρούνται σε μια πλατφόρμα σχεδόν πενήντα ετών, επιτρέποντας στα Φάντομ να συμμετέχουν ουσιαστικά στο επιχειρησιακό πλέγμα της χώρας.
Ο Επίλογος για τα «φαντάσματα» του Αιγαίου
Όταν το τελευταίο F-4 Phantom θα τροχοδρομήσει για τελευταία φορά στην Ανδραβίδα, δεν θα αποσυρθεί απλώς ένα μαχητικό. Θα σβήσει ο ήχος που για μισό αιώνα αντιπροσώπευε την παρουσία και την αποτροπή στους ουρανούς του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Τα Φάντομ υπήρξαν σύμβολο αποφασιστικότητας. Μαχητικά που έφεραν τεράστιο όγκο πυρός από βόμβες, πυραύλους και φορτία που μετέτρεπαν κάθε αποστολή σε μήνυμα ισχύος. Στις αμέτρητες αναχαιτίσεις, στους καθημερινούς συναγερμούς και στις χαμηλές πτήσεις πάνω από το Αιγαίο, οι χειριστές τους στάθηκαν ως εμπόδιο σε κάθε σχέδιο κατά της πατρίδας μας. Τα Phantom «έσκιζαν» τον αέρα με τον χαρακτηριστικό ήχο των κινητήρων J79, κουβαλώντας μαζί τους μισό αιώνα ιστορίας και περηφάνειας.
Με την απόσυρσή τους, δεν χάνεται μόνο ένα αεροσκάφος, αλλά ένα κομμάτι εθνικής αεροπορικής ψυχής που κράτησε άγρυπνους τους ελληνικούς ουρανούς σε περιόδους ειρήνης και κρίσης.
Οι «Φάντομαδες του Αιγαίου» είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλοί χειριστές καθώς πέταξαν και πετούν στα όρια των δυνατοτήτων τους, κρατώντας ζωντανή την αποτροπή πάνω από το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Κάποιοι δεν προσγειώθηκαν ξανά ποτέ, όμως τα ονόματά τους μένουν ανεξίτηλα στις Μοίρες και στις καρδιές όλων των ελλήνων.
Διαβάστε ακόμα:
Τεχνικά χαρακτηριστικά/Επιδόσεις F-4 Phantom
- Πλήρωμα: 2
- Κινητήρες: 2 General Electric J-79 turbojet engines with afterburners/Ώση: 17.900 λίβρες
- Εκπέτασμα Πτερύγων: 11.7μ
- Μήκος: 19.1μ
- Μέγιστη ταχύτητα: 2,370 km/h ή 2.2 Mach
- Μέγιστο ύψος: Πάνω από 15.240μ. ή 50.000




