Ιαπωνία και ΗΠΑ έκλεισαν τη συμφωνία για να αποκτήσει η Ιαπωνία δική της μονάδα τελικής συναρμολόγησης και ελέγχου του πυραύλου αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM. Την ανακοίνωσε την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου ο Ιάπωνας υπουργός Άμυνας Σιντζίρο Κοϊζούμι, μετά την ένατη συνάντησή του με τον Αμερικανό υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, στο περιθώριο των συναντήσεων των υπουργών Άμυνας της ASEAN στις Φιλιππίνες.
Στη δήλωσή του προς τον Τύπο, που δημοσίευσε ο εκπρόσωπος του ιαπωνικού υπουργείου Άμυνας, ο Κοϊζούμι τοποθέτησε τη συμφωνία στο πλαίσιο της «Operation Supercharge», της ιαπωνοαμερικανικής συνεργασίας σε αμυντικό υλικό και τεχνολογία: «Καταφέραμε επιτέλους να συμφωνήσουμε στη δημιουργία στην Ιαπωνία εγκατάστασης τελικής συναρμολόγησης και επιθεώρησης για τον πύραυλο αέρος-αέρος AMRAAM, που είναι απαραίτητος για τα F-35». Χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «συμφωνία-ορόσημο», που δεν διασφαλίζει μόνο την απόκτηση υλικού το οποίο χρειάζονται και οι δύο χώρες, αλλά ενισχύει και τη βιομηχανική βάση της ιαπωνικής άμυνας. «Θα ανεβάσουμε τη συμμαχία Ιαπωνίας-ΗΠΑ ακόμη ψηλότερα, όχι μόνο με λόγια αλλά με πράξεις», πρόσθεσε. Το πλήρες κείμενο υπάρχει και στη σελίδα των συνεντεύξεων Τύπου του υπουργείου.
Η μονάδα που προβλέπεται είναι του τύπου FACO (Final Assembly and Check-Out): σε αυτήν τα έτοιμα υποσυστήματα συναρμολογούνται σε ολοκληρωμένους πυραύλους, οι οποίοι ελέγχονται πριν από την παράδοση. Η Ιαπωνία είναι ήδη πελάτης του πυραύλου: τον Ιανουάριο του 2025 το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέκρινε την πώληση έως 1.200 πυραύλων AIM-120D-3 και AIM-120C-8 αξίας περίπου 3,64 δισ. δολαρίων. Αξιωματούχοι των δύο χωρών λένε ότι η συμφωνία θα διαφοροποιήσει τη βιομηχανική βάση του AMRAAM και θα δημιουργήσει περιφερειακά αποθέματα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Η αμερικανική πλευρά έδωσε έμφαση στην παραγωγή πυρομαχικών γενικότερα. Ο Χέγκσεθ έγραψε στο X ότι η στρατηγική ευθυγράμμιση των δύο χωρών είναι κρίσιμη για «μια αξιόπιστη άμυνα άρνησης», που στηρίζεται σε «αυξημένες επενδύσεις, μεγαλύτερη πρόσβαση, πιο ρεαλιστική εκπαίδευση και ισχυρότερη παραγωγή των πυρομαχικών που χρειάζονται οι δυνάμεις μας». Η ανακοίνωση του υπουργείου Πολέμου για τη συνάντηση αναφέρει ότι ο Χέγκσεθ χαιρέτισε τις προσπάθειες της Ιαπωνίας να ενισχύσει την αμυντική βιομηχανική της ικανότητα και ότι οι δύο υπουργοί δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν τον στενό συντονισμό για την παραγωγή κρίσιμων πυρομαχικών. Ο Κοϊζούμι ενημέρωσε επίσης τον Αμερικανό ομόλογό του για την αναθεώρηση των τριών βασικών εγγράφων ασφαλείας της Ιαπωνίας και για την ενίσχυση της ικανότητας «άρνησης» απέναντι σε εισβολή.
Η συμφωνία είναι η κορύφωση μιας προσπάθειας που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2024, όταν οι δύο κυβερνήσεις αποφάσισαν να εξετάσουν τη συμπαραγωγή των AMRAAM και των PAC-3 MSE. Στις 28 Απριλίου 2026 η Mitsubishi Electric ανακοίνωσε ότι προχωρά σε συζητήσεις με βιομηχανικούς εταίρους, μεταξύ τους τη Raytheon της RTX, για το εύρος της ιαπωνικής συμμετοχής, όπως αυτό προσδιορίστηκε στην τέταρτη σύνοδο του διαλόγου DICAS 2.0. Το εύρος περιλάμβανε τη συναρμολόγηση πλακετών κυκλωμάτων (circuit card assembly) και, ως ενδεχόμενο, μελλοντική μονάδα FACO στην Ιαπωνία. Η ιαπωνική εταιρεία μελετά τη δυνατότητα συμμετοχής της στην παραγωγή βάσει συμβάσεων με το υπουργείο Άμυνας το 2024 και το 2025 και επικαλείται την εμπειρία της στην ανάπτυξη και κατασκευή πυραύλων αέρος-αέρος για τις ιαπωνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Ο AIM-120 AMRAAM κατασκευάζεται στις ΗΠΑ από τη Raytheon και αποτελεί τον βασικό πύραυλο αέρος-αέρος πέρα από τον οπτικό ορίζοντα των αμερικανικών και συμμαχικών μαχητικών, από τα F-16 έως τα F-22 και τα F-35. Η ζήτηση έχει εκτοξευθεί. Στα τέλη Σεπτεμβρίου το Πεντάγωνο και η RTX ανακοίνωσαν σύμβαση πέντε ετών, με δύο επιπλέον έτη προαίρεσης, αξίας έως 20,7 δισ. δολαρίων, ενώ συμφωνία-πλαίσιο του Φεβρουαρίου προβλέπει αύξηση της παραγωγής σε τουλάχιστον 1.900 πυραύλους τον χρόνο.
Η μονάδα στην Ιαπωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Τόκιο να ενισχύσει την αμυντική του βιομηχανία και τη συνεργασία με συμμάχους, την οποία περιγράφει και η Λευκή Βίβλος Άμυνας 2026. Την ίδια ημέρα ο Κοϊζούμι συναντήθηκε και με τους ομολόγους του από Νότια Κορέα, Ινδία, Φιλιππίνες, Σιγκαπούρη και Βιετνάμ και πήρε μέρος σε τετραμερή συνάντηση με ΗΠΑ, Αυστραλία και Φιλιππίνες.




