Του Ξενοφώντα Αριστοκλή
Με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τον συνεχή τουρκικό επεκτατισμό, παρουσιάζεται μια ιστορική αναδρομή στην ανασύσταση της οπλικής βιομηχανίας της Τουρκίας και στην ενσωμάτωση τεχνολογιών από χώρες που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς.
Οι απαρχές: από τα ξένα drones στην εγχώρια ανάπτυξη
Το 1996 η Τουρκία αγόρασε από τις ΗΠΑ τα πρώτα άοπλα αεροσκάφη της, έξι GNAT 750 της General Atomics, τα οποία μπορούσαν μόνο να τραβούν εικόνες βίντεο και να τις στέλνουν σε σταθμό εδάφους. Το 2006 παρήγγειλε 10 άοπλα ισραηλινά αεροσκάφη. Το Ισραήλ χρειάστηκε πέντε χρόνια για να τα παραδώσει και αποδείχθηκε ότι δεν λειτουργούσαν καλά, ενώ λειτουργούσαν από ισραηλινό προσωπικό. Τούρκοι αξιωματούχοι υποψιάστηκαν ότι οι εικόνες που συλλέγονταν προωθούνταν στην ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών. Αυτό τους οδήγησε να λάβουν μέτρα για τη διαβάθμιση των πληροφοριών και να αποφασίσουν να κατασκευάσουν τα αεροσκάφη μόνοι τους.
Μέχρι το 2009 η Τουρκία βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε ξένα drones. Ο στρατός επιχειρούσε με λίγα παλαιά αμερικανικά Gnat 750, που είχαν αγοραστεί το 1995, και με αρκετά ισραηλινά IAI Heron, που εισήχθησαν το 2010. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την πώληση επιθετικών drones θα περιοριζόταν λόγω της αυξανόμενης έντασης με το Ισραήλ, η Τουρκία αποφάσισε να αναπτύξει τα συστήματα αυτά εγχώρια.
Οι δύο βασικοί παίκτες ήταν η Turkish Aerospace Industries (TAI) και η Baykar Makina. Η TAI είχε λάβει άδεια από την αμερικανική General Dynamics για την κατασκευή τουρκικών F-16, γεγονός που σήμαινε ότι διέθετε ήδη χρήσιμες γνώσεις για την κατασκευή επιθετικών αεροσκαφών, και είχε συνάψει το 2004 σύμβαση για την ανάπτυξη επιθετικού drone.
Ορισμένες από τις πρώτες προσπάθειες δεν εξελίχθηκαν όπως αναμενόταν. Η Άγκυρα ανέθεσε το 2004 στην Turkish Aerospace Industries την ανάπτυξη του Anka, αεροσκάφους μεγάλης αντοχής μεσαίου υψομέτρου. Το Anka πραγματοποίησε την πρώτη του πτήση το 2010, αλλά σύμφωνα με πληροφορίες έπεσε μέσα σε 15 λεπτά. Παράλληλα, η Τουρκία δυσκολευόταν να αποκτήσει αεροσκάφη από το εξωτερικό: οι προσπάθειες εισαγωγής Predator και αργότερα Reaper από τις ΗΠΑ σταμάτησαν εν μέσω αντιδράσεων στο Κογκρέσο.
Η Baykar και το Bayraktar TB2
Η σημαντικότερη εταιρεία αποδείχθηκε η Baykar Makina, τουρκική αμυντική βιομηχανία που ειδικεύεται σε UAV, C4I και τεχνητή νοημοσύνη και διευθύνεται από τον Selçuk Bayraktar. Ο Bayraktar σπούδασε ηλεκτρολογία στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης και το 2005, σε ηλικία 26 ετών, επέστρεψε στην Τουρκία φέρνοντας μαζί του τις γνώσεις του για τα drones. Το 2007 διέκοψε τις διδακτορικές του σπουδές για να αφιερωθεί στην ανάπτυξη οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Δύο χρόνια αργότερα κέρδισε συμβόλαιο για την παραγωγή και πώληση οπλισμένου drone, του Bayraktar TB2. Η εταιρεία εισήγαγε εξαρτήματα υψηλής τεχνολογίας που δεν μπορούσε να παράξει, όπως τον κινητήρα και τους αισθητήρες. Πολλά από αυτά τα εξαρτήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε πολιτικές όσο και σε στρατιωτικές εφαρμογές και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε περιορισμούς εξαγωγής.
Στα τέλη του 2015 το TB2 είχε την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή με τουρκικό πύραυλο ακριβείας: από ύψος σχεδόν 5.000 μέτρων χτύπησε στόχο σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων, με ακρίβεια δύο τετραγωνικών μέτρων. Σχεδόν αμέσως τα αεροσκάφη αναπτύχθηκαν για συλλογή πληροφοριών, επιτήρηση και στοχευμένες ενέργειες εναντίον μαχητών του ΠΚΚ, στη νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με το βόρειο Ιράκ και στα σύνορα της βόρειας Συρίας, όπου οι Σύροι Κούρδοι έλεγχαν μεγάλες εκτάσεις από το ξέσπασμα του πολέμου. Γρήγορα όμως τα αεροσκάφη κατέστησαν χρήσιμα για πολύ περισσότερους σκοπούς.
Οι Τούρκοι κατασκευαστές έχουν επιτύχει σημαντικά τεχνικά ορόσημα τα τελευταία χρόνια. Τον Αύγουστο του 2018 το Anka πραγματοποίησε την πρώτη τουρκική αεροπορική επίθεση σε διασύνδεση με δορυφόρο και τον Δεκέμβριο ολοκλήρωσε την πρώτη του πτήση με κινητήρα εγχώριας παραγωγής, κρίσιμο βήμα για τη δημιουργία εγχώριας κατασκευαστικής βάσης. Το 2019 τα Bayraktar TB2 και Anka ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο ρεκόρ αντοχής, πετώντας πάνω από 24 ώρες το καθένα. Η Baykar Makina και η Turkish Aerospace Industries παρουσίασαν επίσης νέα μεγάλα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, το Akinci και το Aksungur αντίστοιχα. Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διέθεσε πρόσφατα χρηματοδότηση 105,5 εκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη της ανάπτυξης του Bayraktar TB2.
Από το 2018 η Τουρκία φαίνεται να έχει κατασκευάσει εγκαταστάσεις drones (υπόστεγα και καταφύγια αεροσκαφών, τροχοδρόμους και πύργους επικοινωνίας) σε επτά αεροδρόμια, αυξάνοντας τον συνολικό αριθμό των βάσεων drones σε τουλάχιστον εννέα. Οι εγκαταστάσεις είναι απαραίτητες, επειδή η πλειονότητα των τουρκικών TB2 και Anka έχει λειτουργικό εύρος περίπου 100 μίλια. Μόνο το Anka-S, παραλλαγή του Anka, μπορεί προς το παρόν να πετά πέρα από το οπτικό πεδίο (BLOS, Beyond Line of Sight) μέσω διασύνδεσης με δορυφόρο.
Πώς τα drones αλλάζουν τον πόλεμο
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η Τουρκία αναπτύσσει αεροσκάφη όχι μόνο για επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών, αλλά και για πόλεμο εναντίον στρατών άλλων χωρών, σύμφωνα με την Άρντα Μεβλουτόγλου, ειδικό σε θέματα άμυνας από την Άγκυρα. Τα αεροσκάφη αναπτύσσονται σε συντονισμό με τον ηλεκτρονικό πόλεμο, ο οποίος μπλοκάρει εχθρικές αντιαεροπορικές επιχειρήσεις και επικοινωνίες, ώστε τα drones να μπορούν να επιτεθούν ανεμπόδιστα. Ταυτόχρονα αναπτύσσονται και μη επανδρωμένα αεροσκάφη για άλλες στρατιωτικές μονάδες, όπως το πυροβολικό και η αεροπορία. Ο συνδυασμός αυτός επιτρέπει στον τουρκικό στρατό να επιτίθεται γρήγορα και αποτελεσματικά σε αντιπάλους που δεν διαθέτουν σύγχρονες τεχνολογίες όπλων, σύμφωνα με τον Μεβλουτόγλου.
Η αποτελεσματικότητα αυτή φάνηκε στα τέλη Φεβρουαρίου 2020, όταν ο συριακός στρατός, με ρωσική αεροπορική υποστήριξη, επιχείρησε επιχείρηση στον τελευταίο προμαχώνα των ανταρτών στην επαρχία Ιντλίμπ. Ο τουρκικός στόλος μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιτέθηκε με ένταση. Σε λίγες ημέρες, σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, 2.557 Σύροι στρατιώτες σκοτώθηκαν και δύο αεροσκάφη, οκτώ ελικόπτερα, 135 άρματα μάχης, δύο μαχητικά αεροσκάφη, δεκάδες howitzers και πέντε αντιαεροπορικά συστήματα τέθηκαν εκτός μάχης.
Μια ακόμη επιτυχία ήρθε τον Ιούνιο. Μετά από πολιορκία διάρκειας άνω του έτους, ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ βρισκόταν στο σημείο να καταλάβει την Τρίπολη, έδρα της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης Φαγιέζ αλ-Σαράτζ. Τα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη παραχωρήθηκαν ως στρατιωτική ενίσχυση στις δυνάμεις του αλ-Σαράτζ και οι δυνάμεις του Χαφτάρ υποχώρησαν εντός μιας εβδομάδας.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου τα τουρκικά αεροσκάφη έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, περιοχή διαμάχης μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν από το 1991. Μετά από έξι εβδομάδες έντονων μαχών, ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν υπέγραψε στις αρχές Νοεμβρίου συμφωνία, η οποία σήμαινε de facto συνθηκολόγηση για την Αρμενία.
Σε όλες αυτές τις συγκρούσεις, η χρήση τουρκικών αεροσκαφών σε συνδυασμό με τον ηλεκτρονικό πόλεμο και τα πυρομαχικά καθοδήγησης ακριβείας δημιούργησε μια ασυμμετρία που έστρεψε την ισορροπία υπέρ της Άγκυρας ή του μέρους που αυτή υποστήριζε, σύμφωνα με τον ερευνητή του Clingendael Engin Yüksel.
Αυτό δείχνει ότι η τεχνολογία μετράει.
Καθώς όσο το δυνατόν περισσότερα εξαρτήματα κατασκευάζονται εγχώρια, η Τουρκία δεν εξαρτάται από ξένες εταιρείες στις οποίες μπορεί να απαγορευτεί η εξαγωγή, κάτι που της επιτρέπει να αποφεύγει τη διεθνή πίεση, εξηγεί ο Yüksel.
Δίνει στην Άγκυρα ένα είδος ανεξαρτησίας στην προβολή στρατιωτικής δύναμης εκτός της Τουρκίας.
Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν γίνει σύμβολο της τουρκικής εθνικής υπερηφάνειας και το Bayraktar έχει αποκτήσει εθνική αναγνωρισιμότητα. Οι τουρκικές αμυντικές εταιρείες εργάζονται για την επόμενη γενιά drones, με προτεραιότητες:
- το μεγαλύτερο εύρος,
- η ικανότητα χρήσης βαρύτερων πυρομαχικών,
- η κατασκευή όσο το δυνατόν περισσότερων εξαρτημάτων εγχώρια.
Ο τουρκικός στρατός επιδιώκει να είναι απολύτως αυτάρκης έως το 2023. Η αυτονομία αυτή είναι και αναγκαιότητα, καθώς η Τουρκία αντιμετωπίζει εκ νέου περιορισμούς στις εισαγωγές. Στις 5 Οκτωβρίου 2020 ο Καναδάς απαγόρευσε την εξαγωγή κινητήρων και αισθητήρων υψηλής τεχνολογίας, με βασική αιτία την εκτεταμένη πώληση και χρήση του Bayraktar TB2 στον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Την επόμενη ημέρα ο ανώτερος αξιωματούχος της Τουρκίας για τις προμήθειες Ismail Demir έγραψε στο Twitter ότι η Τουρκία θα κατασκευάζει η ίδια τα οπτικά συστήματα των drones. Τα αεροσκάφη θα μπορούσαν επίσης να μειώσουν την εξάρτηση της Τουρκίας από ξένους προμηθευτές στο εγγύς μέλλον, λέει ο Yüksel.
Αυτό είναι σημαντικό, διότι από πέρυσι ισχύει εμπάργκο στην πώληση του αμερικανικού μαχητικού F-35 στην Τουρκία, λόγω της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η Τουρκία σκοπεύει να αναπτύξει το δικό της εγχώριο μαχητικό αεροσκάφος (TFX), ώστε να αποφύγει προβλήματα εξάρτησης από ξένο αμυντικό εξοπλισμό.
Η εμπειρία που απέκτησαν στην παραγωγή των drones θα μπορούσε να είναι πολύ χρήσιμη εδώ.
Η Τουρκία δεν είναι η μόνη. Η προσέγγισή της καταδεικνύει πόσο αποτελεσματική και σημαντική για την εγχώρια στρατηγική μιας χώρας είναι η ανάπτυξη τέτοιων οπλικών συστημάτων, αλλά και πόσο σχετικά εύκολη. Λιγότερο από πέντε χρόνια μετά την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή πυραύλων με Bayraktar TB2, η Τουρκία είναι ένας από τους κορυφαίους χρήστες και παραγωγούς μη επανδρωμένων επιθετικών αεροσκαφών (ΜΕΑ) στον κόσμο. Το Αζερμπαϊτζάν, το Κατάρ, η Ουκρανία και η κυβέρνηση αλ-Σαράτζ στη Λιβύη διαθέτουν ΜΕΑ Bayraktar TB2. Η TAI βρίσκεται επίσης σε συζητήσεις για εξαγωγή αεροσκαφών στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τα τουρκικά αεροσκάφη έχουν αποδείξει την αξία τους στη μάχη, είναι πολύ φθηνότερα από τα αμερικανικά ή ισραηλινά μοντέλα και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς εισαγωγής.
Η προσέγγιση της Τουρκίας δεν είναι η μοναδική. Η Κίνα, το Ιράν και το Πακιστάν έχουν επίσης δημιουργήσει σημαντικές βιομηχανίες ΜΕΑ τα τελευταία χρόνια, ενώ χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Πολωνία και η Λευκορωσία αναπτύσσουν drones, αποκτώντας τεχνολογία που μέχρι πρόσφατα ήταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Οι συνέπειες στο πεδίο της μάχης
Στο Αζερμπαϊτζάν, σαράντα τρεις ημέρες ήταν αρκετές για να ανακτήσει τα εδάφη γύρω από την αυτόνομη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Σύμφωνα με αναλυτές, οι επιτυχίες αυτές συνδέονται άμεσα με την τεχνολογία και τη στρατηγική που επέδειξε η Τουρκία στη νέα στρατιωτική επανάσταση, με την ένταξη όλο και περισσότερων τεχνολογιών αιχμής στην οπλική της βιομηχανία. Ο Άλεξ Μελικισβίλι, αναλυτής στο IHS Markit Country Risk, αναφέρει ότι η τουρκική υποστήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν έκανε τον πόλεμο «ποιοτικά διαφορετικό» από όλες τις προηγούμενες συγκρούσεις. Το Αζερμπαϊτζάν δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για τα αποτελέσματα των οπλικών συστημάτων αιχμής που αγόρασε από την Τουρκία και το Ισραήλ και αναγνώρισε ότι ο πόλεμος δεν κερδήθηκε λόγω «ψυχής», αλλά λόγω ανεπτυγμένης τεχνολογίας.
Από την πλευρά τους, οι Αρμένιοι μαχητές, άρτια εκπαιδευμένοι και με υψηλό ηθικό, εγκατέλειπαν δακρυσμένοι τις εστίες τους. Η ανάλυση Αρμενίων βετεράνων πολέμου προκαλεί προβληματισμό στους υποστηρικτές των παραδοσιακών τακτικών μάχης. Η Μαργαρίτα Καραμιάν δήλωσε: «Έπαθα σοκ όταν είδα τους σχηματισμούς 30 αζερικών ΜΕΑ να σκοτεινιάζουν τον ουρανό πάνω από τη νοτιοανατολική πλευρά του Ναγκόρνο-Καραμπάχ». Παραδέχθηκε ότι ήταν «ένας διαφορετικός πόλεμος» από εκείνον των αρχών της δεκαετίας του 1990 και ότι οι αρμενικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων ο σύζυγος και ο γιος της, έπρεπε να μάθουν γρήγορα να αναζητούν υπόγειο καταφύγιο κατά τις επιθέσεις των ΜΕΑ.
Οι αρμενικές δυνάμεις «πελάγωσαν από την αζερική τεχνολογική ανωτερότητα στο πεδίο της μάχης», υποστηρίζει ο Τζαν Κασάπογλου, διευθυντής του προγράμματος ερευνών ασφάλειας και άμυνας του κέντρου EDAM (Center for Economics and Foreign Policy Studies) με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Όπως αναφέρει, οι αρμενικές δυνάμεις δεν διέθεταν κάλυψη ηλεκτρονικού πολέμου ή συστήματα anti-drone και «δεν διέθεταν αρκετά καλούς αισθητήρες» για να αμυνθούν απέναντι στα αζερικά ΜΕΑ. Το πρώτο μάθημα των αζερο-αρμενικών συγκρούσεων είναι η ευαλωτότητα των παραδοσιακών χερσαίων δυνάμεων, δηλαδή των τεθωρακισμένων, μηχανοποιημένων και μηχανοκίνητων μονάδων, απέναντι στον προηγμένο πόλεμο με ΜΕΑ.
Στην Ουκρανία και την Υεμένη χρησιμοποιούνται τουλάχιστον 40 διαφορετικά είδη drones από δώδεκα χώρες, από μικρά εμπορικά μοντέλα έως μεγάλα στρατιωτικά αεροσκάφη, ανέφερε τον Σεπτέμβριο ο οργανισμός ειρήνης PAX. Στη Λιβύη, που μερικές φορές ονομάζεται «το μεγαλύτερο θέατρο πολέμου με drones στον κόσμο», χρησιμοποιούνται επίσης το τουρκικό Bayraktar TB2, το κινεζικό Loong, το ρωσικό Orlan-10, το Yabhon των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, το αμερικανικό Reaper, τα ιρανικά Mohajer και το ισραηλινό Orbiter, ενώ δεκάδες μικρότερα εμπορικά μοντέλα έχουν τροποποιηθεί ως kamikaze drones.
«Τα αεροσκάφη έχουν γίνει το απόλυτο μέσο για χώρες που δεν επιθυμούν να στείλουν στρατιώτες αλλά βλέπουν την ανάγκη να χρησιμοποιήσουν ένοπλη δύναμη», λέει ο ερευνητής του PAX Wim Zwijnenburg. Η ευκολία με την οποία οι χώρες αναπτύσσουν drones τον προβληματίζει, καθώς, όπως προειδοποιεί, πρόκειται μόνο για την αρχή. Όσο περισσότερες χώρες κατασκευάζουν drones, τόσο φθηνότερα θα γίνονται και τόσο περισσότερες χώρες θα τα αγοράζουν και θα τα χρησιμοποιούν. Καθώς μεγάλο μέρος της τεχνολογίας χρησιμοποιείται τόσο για πολιτικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς, μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα.
Τον Ιούνιο ο τουρκικός στρατός ανέφερε ότι είχε θέσει σε λειτουργία 500 UCAV που μπορούν να πετούν σε σμήνος. Ζυγίζοντας λιγότερο από επτά κιλά το καθένα και φορτωμένα με εκρηκτικά, τα μίνι αεροσκάφη επιδιώκουν τον στόχο τους αυτόνομα και στη συνέχεια συντρίβονται πάνω του, γράφει το τουρκικό πρακτορείο Anadolu. Οι στρατοί σε όλο τον κόσμο επενδύουν σε οπλικά συστήματα που εκτελούν όλο και περισσότερες εργασίες αυτόνομα, όπως αυτόνομα αεροσκάφη και μη επανδρωμένα οχήματα εδάφους. Η Κίνα έθεσε πρόσφατα νέο ρεκόρ, στέλνοντας ταυτόχρονα σμήνος 3.051 drones στον εναέριο χώρο της. Αυτές οι τεχνολογίες είναι το μέλλον, λέει ο Zwijnenburg, ο οποίος αναμένει ότι σε πέντε έως δέκα χρόνια θα είναι τόσο συνηθισμένες στη μάχη όσο και τα drones σήμερα.
Η ζωή σε χωριό που δέχθηκε επίθεση drone έχει αλλάξει, λέει η Rebaz Lawa, που ανέλαβε το πλέον ανακατασκευασμένο κατάστημα του θείου της: «Ο καθένας είναι συνεχώς σε επιφυλακή. Τις προάλλες, όταν το λάστιχο ενός αυτοκινήτου έσκασε, όλοι πανικοβλήθηκαν. Πριν από πέντε ημέρες υπήρχε ένα drone που πετούσε στον αέρα για ώρες. Όταν συμβαίνει αυτό, οι άνθρωποι κλείνουν τα καταστήματά τους και επιστρέφουν στο σπίτι τους».
Συνήθιζα να πιστεύω ότι τα drones δεν θα μας χτυπήσουν. Τώρα δεν είμαι σίγουρη. Μπορεί πάντα να είσαι στόχος. Αυτός ο φόβος δεν θα φύγει ποτέ.
Ξενοφών Αριστοκλής. Πρώτη δημοσίευση στο NEMESISHD.GR
Πηγές: theguardian.com (27/11/2019), Sıtkı Egeli (İzmir University of Economics), france24.com (3/3/2020), baykardefence.com, Dan Gettinger (Turkey’s Military Drones: An Export Product That’s Disrupting NATO), wikileaks.org (cable 09ANKARA1033), dailysabah.com, bbc.com, al-monitor.com, defensenews.com, voanews.com, theintercept.com, Engin Yüksel, Wim Zwijnenburg (Time to Harden International Norms on Armed Drones), thecorrespondent.com, geopoliticalmonitor.com, defenseworld.net, roketsan.com.tr, ardin-rixi.gr. Μετάφραση: Γιάννης Ταχόπουλος. Δημοσιεύθηκε στο 163ο φύλλο της Ρήξης (Δεκέμβριος 2020).
Η άποψη του αρθρογράφου δεν εκφράζει απαραίτητα το NEMESISHD.GR και δημοσιεύεται στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης.
