Μόλις πέντε εικοσιτετράωρα μετά την πρόσφατη συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο, η Άγκυρα προχώρησε σε μια νέα διπλωματική κίνηση, καταθέτοντας επιστολή στα Ηνωμένα Έθνη με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026. Μέσω του εγγράφου, η τουρκική πλευρά επαναφέρει στο προσκήνιο το επεκτατικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιρρίπτοντας ευθύνες στην Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και την Αίγυπτο. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι οι πρωτοβουλίες των τριών κρατών αναφορικά με τις θαλάσσιες ζώνες παραβιάζουν τα κυριαρχικά της δικαιώματα και την δήθεν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της.
Η στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» και τι διεκδικεί η Άγκυρα
Στην επιστολή της προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Τουρκίας επιμένει ότι τα όρια της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ της στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν ήδη καθοριστεί επισήμως. Για να στηρίξει αυτό το αφήγημα, η Άγκυρα επικαλείται το αμφιλεγόμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο, καθώς και τη συμφωνία του 2011 με τη μη αναγνωρισμένη διεθνώς παράνομη οντότητα στα κατεχόμενα.
Παράλληλα, η τουρκική διπλωματία απορρίπτει κατηγορηματικά τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ που υπεγράφη το 2020 μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, αλλά και τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Ειδικότερα, η Άγκυρα δεν αποδέχεται τη χάραξη της μέσης γραμμής, θέτοντας στο στόχαστρο τα οικόπεδα «Κρήτη 1» και «Κρήτη 2», τα οποία άπτονται της ελληνικής μέσης γραμμής. Προκειμένου να ενισχύσει τη νομική της επιχειρηματολογία, η Τουρκία επικαλείται επιλεκτικά παλαιότερες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου (σε διενέξεις Ρουμανίας-Ουκρανίας και Γαλλίας-Βρετανίας), προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τα ελληνικά νησιά δεν διαθέτουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Διπλωματικές πηγές: «Αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου»
Η αντίδραση της Αθήνας υπήρξε άμεση και ξεκάθαρη, με διπλωματικούς κύκλους, σύμφωνα με την ΕΡΤ, να χαρακτηρίζουν την επιστολή ως μια αναμενόμενη συνέχεια προηγούμενων ρηματικών διακοινώσεων. Σύμφωνα με ανώτατες διπλωματικές πηγές, η ελληνική πλευρά απορρίπτει πλήρως το περιεχόμενο του εγγράφου και προετοιμάζει την επίσημη, θεσμική της απάντηση προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά οι ίδιες πηγές: «Η εν λόγω επιστολή, που απορρίπτεται εκ μέρους της Ελλάδας και θα απαντηθεί δεόντως, αναπαράγει τις γνωστές πλην όμως ευφάνταστες και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου, και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας, στις οποίες συχνά επιδίδεται η Τουρκία, αμφισβητώντας, για μια ακόμη φορά, τα νόμιμα δικαιώματα της χώρας μας, ενώ επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ».
Η Αθήνα υπογραμμίζει αυστηρά ότι η επανάληψη νομικά ανυπόστατων ισχυρισμών δεν παράγει κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα. Βάσει του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS), κατά την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ κρατών, τα νησιά ανεξαρτήτως μεγέθους διαθέτουν πλήρη και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα, ακριβώς όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη. Η Ελλάδα καλεί την Τουρκία να ευθυγραμμιστεί με τη διεθνή νομιμότητα, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα και η σχέση καλής γειτονίας στην ευρύτερη περιοχή.
Η τακτική της Άγκυρας έχει ως απώτερο σκοπό τη διχοτόμηση της επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργώντας έναν τεχνητό άξονα μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Αυτή η προσέγγιση στοχεύει στην απομόνωση της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.
Ωστόσο, η διεθνής πραγματικότητα παραμένει διαφορετική με τις κινήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου να δείχνουν έναν διαφορετικό δρόμο. Η Κυπριακή Δημοκρατία λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας, έχοντας ήδη συνάψει απολύτως νόμιμες συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με γειτονικά κράτη όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και, πιο πρόσφατα με τον Λίβανο, βασιζόμενη σταθερά στις επιταγές του διεθνούς δικαίου και αναμένει αντίστοιχη υπογραφή με την Ελλάδα.





