Η υπογραφή της τριμερούς Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας στις 7 Αυγούστου 2026 μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν αναδιαμορφώνει το αμυντικό τοπίο της Μέσης Ανατολής. Ο Σαουδάραβας Πρίγκιπας Διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Πακιστανός Πρωθυπουργός Σαμπχάζ Σαρίφ θεσμοθέτησαν μια ρήτρα συλλογικής αποτροπής τύπου Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, ορίζοντας ότι κάθε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Η απουσία της Αιγύπτου, της πολυπληθέστερης χώρας του αραβικού κόσμου με τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην περιοχή, προκάλεσε έντονο διπλωματικό παρασκήνιο και η μια πλευρά κατηγορεί την άλλη. Παρά τις πιέσεις και την ανοιχτή πρόσκληση που διατυπώθηκε από το Ισλαμαμπάντ και την Άγκυρα, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι επέλεξε να κρατήσει το Κάιρο μακριά απ’ ό,τι φαίνεται από τη νέα στρατιωτική συμμαχία.
Αποκαλυπτικές αναφορές των διεθνών δικτύων Middle East Eye και Mada Masr φωτίζουν τους στρατηγικούς υπολογισμούς της αιγυπτιακής ηγεσίας. Κεντρικό ρόλο στην απόφαση του Καΐρου διαδραματίζει η ευαίσθητη ισορροπία στις σχέσεις του με το Ισραήλ. Όπως αποκάλυψε τουρκική διπλωματική πηγή, η προσχώρηση της Αιγύπτου σε ένα αμυντικό σύμφωνο με την Άγκυρα και το Ριάντ θα την έφερνε αντιμέτωπη με οξείες πιέσεις από το Τελ Αβίβ, διακινδυνεύοντας την αρχιτεκτονική ασφάλειας που βασίζεται στις ιστορικές συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ.
Παράλληλα, το Κάιρο έχει επενδύσει συστηματικά σε ισχυρές διμερείς και τριμερείς στρατιωτικές συνεργασίες με την Ελλάδα και την Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ένταξη σε μια συμμαχία όπου δεσπόζει η Τουρκία θα δημιουργούσε σοβαρές τριβές με τους Ευρωπαίους εταίρους της. Ταυτόχρονα, η Αίγυπτος επιδιώκει τη διεύρυνση των οικονομικών και στρατηγικών της δεσμών με την Ινδία, καθιστώντας εξαιρετικά περίπλοκη την υπογραφή μιας δεσμευτικής αμυντικής συμφωνίας με το Πακιστάν.
Ένας επιπλέον καθοριστικός παράγοντας αφορά την εσωτερική ισορροπία δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο. Η Αίγυπτος λαμβάνει σημαντική οικονομική στήριξη και επενδύσεις από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία διατηρούν έναν οξυνόμενο ανταγωνισμό ισχύος με τη Σαουδική Αραβία. Το Κάιρο αποφεύγει σταθερά να λάβει μέρος στις διαμάχες των ηγεμόνων του Κόλπου. Η προσχώρηση σε έναν άξονα υπό σαουδαραβική καθοδήγηση θα ερμηνευόταν ως άμεση πολιτική ευθυγράμμιση με το Ριάντ σε βάρος του Αμπού Ντάμπι.
Στον τομέα του αμυντικού δόγματος, η Αίγυπτος διαχωρίζει με σαφήνεια την ευέλικτη περιφερειακή συνεργασία από τις αυτόματες στρατιωτικές δεσμεύσεις. Ενώ το Κάιρο συμμετέχει ενεργά σε πρωτοβουλίες όπως η προστασία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και το Στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, αρνείται να εγγυηθεί απερίφραστα τη στρατιωτική προστασία τρίτων κρατών σε αλλότριες συρράξεις.
Διπλωματικές διαρροές από τη Σαουδική Αραβία υποστηρίζουν ότι το Ριάντ αντιμετωπίζει την Αίγυπτο ως «απρόβλεπτο εταίρο», επικαλούμενο την περιορισμένη εμπλοκή του αιγυπτιακού στρατού στον πόλεμο της Υεμένης κατά των Χούθι και για αυτό δεν προσκλήθηκε. Από την πλευρά του, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επεσήμανε την επιθυμία της Άγκυρας για μελλοντική διεύρυνση του συμφώνου, δηλώνοντας πως «όπως τόνισε ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Αίγυπτος αποτελεί οργανικό τμήμα της ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή».
Στην πραγματικότητα, το Σύμφωνο της Μέκκας αποτελεί μια προσπάθεια οικοδόμησης ενός εναλλακτικού μηχανισμού αποτροπής των Μουσουλμανικών χωρών απέναντι στις απειλές του Ισραήλ, του Ιράν και των πληρεξουσίων του. Ωστόσο, η μέχρι τώρα άρνηση της Αιγύπτου να προσχωρήσει υπογραμμίζει τα σαφή όρια των περιφερειακών στρατιωτικών συμμαχιών στη Μέση Ανατολή, όπου τα κράτη προτιμούν τη διατήρηση πολλαπλών διπλωματικών επιλογών έναντι των άκαμπτων δεσμεύσεων.

