Στις αρχές του 1921 οι μονάδες του Ελληνικού Στρατού που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία είχαν αναπτυχθεί από τα βορειοδυτικά έως τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, με το βλέμμα στα δύσβατα όρη του εσωτερικού οροπεδίου. Εκεί είχαν οχυρωθεί οι Τούρκοι εθνικιστές, που αντιδρούσαν στην εφαρμογή των όρων της Συνθήκης των Σεβρών.
Το τουρκικό μέτωπο στηριζόταν στον έλεγχο δύο πόλεων στα άκρα του, του Εσκί Σεχίρ (αρχαίου Δορυλαίου) στον βορρά και του Αφιόν Καραχισάρ (αρχαίου Ακροϊνού) στον νότο, καθώς και της Κιουτάχειας στο κέντρο.
Ο Ελληνικός Στρατός επιχείρησε δύο φορές να καταλάβει τις στρατηγικής σημασίας αυτές πόλεις. Την πρώτη φορά, τον Μάρτιο, υπέστη την πρώτη του ήττα στη μάχη του Ινονού. Τη δεύτερη, τον Ιούνιο-Ιούλιο, κατανίκησε τις τουρκικές δυνάμεις στη διπλή μάχη Κιουτάχειας – Εσκί Σεχίρ. Η νίκη αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας και εξασφάλισε την προέλαση του στρατού στο εσωτερικό του μικρασιατικού οροπεδίου.
Η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας φαινόταν να πλησιάζει. Οι τουρκικές δυνάμεις, ωστόσο, δεν είχαν συντριβεί. Αναδιπλώθηκαν για να κερδίσουν χρόνο, καθιστώντας αβέβαιο το τελικό αποτέλεσμα του πολέμου.
