Το άρθρο 3 του Συντάγματος δεν αλλάζει και δεν αναθεωρούνται οι τρεις παράγραφοί του, όπως ανακοίνωσε μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας ο Πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Τασούλας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, για την παράγραφο 1 του άρθρου 3 ψήφισαν υπέρ της αναθεώρησης 83 βουλευτές, κατά 190 και «παρών» 24. Για την παράγραφο 2, υπέρ ψήφισαν 85, κατά 190 και «παρών» 22. Για την παράγραφο 3, υπέρ ψήφισαν 124, κατά 170 και «παρών» 3. Όσον αφορά την αναθεώρηση του όρου «Επικρατούσα Θρησκεία», ψήφισαν υπέρ 83, κατά 187 και «παρών» 27.
Ως εκ τούτου, δεν πέρασε η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και παραμένει ότι επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού.
Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ολοκληρώθηκε με την ψηφοφορία των 300 βουλευτών στην Ολομέλεια. Είχε ξεκινήσει στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο, με πρόταση της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ, που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους και την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου.
Η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία απέρριψε τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα άρθρα 3, 13, 33 και 59, που αφορούσαν τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, τον πολιτικό όρκο και τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Τα άρθρα αυτά είχαν εγκριθεί από την προηγούμενη προτείνουσα Βουλή με οριακή πλειοψηφία λίγο πάνω από 150 ψήφους, και για να εγκριθούν από την τωρινή Ολομέλεια απαιτούνταν 180 και πλέον ψήφοι.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε από το βήμα της Βουλής: «Κύριε Τσίπρα, τις προτάσεις σας δεν τις απορρίπτει σήμερα η ΚΟ της ΝΔ. Τις απέρριψε ο ελληνικός λαός στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Γι’ αυτό μεσολαβεί η λαϊκή ετυμηγορία μεταξύ των δύο φάσεων της συνταγματικής αναθεώρησης».
Ο πρωθυπουργός πρόσθεσε: «Θα αργήσουμε πολύ, κ. Τσίπρα, να έχουμε άλλη αναθεωρητική διαδικασία. Η επόμενη αναθεώρηση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά μόνο αν παρέλθει μια δεκαετία. […] Από αύριο η χώρα θα έχει νέο Σύνταγμα, του 2019. Θα φέρει τη σφραγίδα της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά [θα είναι] και προϊόν διακομματικής συναίνεσης».
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας είπε: «Βάλαμε τις βάσεις ενός συνταγματικού εκσυγχρονισμού της χώρας». Αναφερόμενος στην πρόταση του κόμματός του για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, τόνισε: «Προτείνουμε ώριμα αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας, και μάλιστα αιτήματα με πλειοψηφική δυναμική. Στην πρότασή μας για το άρθρο 3 προτείναμε έναν ήπιο εξορθολογισμό, και όχι τη ριζική διάρρηξη, των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Όμως αυτή, όπως και όλες οι προτάσεις μας, έγιναν με την επίγνωση ότι το Σύνταγμα αποδίδει πάντοτε έναν ορισμένο συσχετισμό κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, τον οποίο δεν μπορούμε να υπερβούμε».
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και βουλευτής Ροδόπης της ΝΔ Ευριπίδης Στυλιανίδης δήλωσε σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι λειτούργησαν «απολύτως δημοκρατικά και διαλλακτικά και χωρίς συμπλέγματα σε όλα τα κρίσιμα θέματα». Για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους ανέφερε ότι υπήρξαν ουσιώδεις διαφωνίες, κυρίως σε ζητήματα ιδεολογικής φόρτισης: ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε τη θεσμοθέτηση «ουδετερόθρησκου κράτους», ενώ η ΝΔ υποστήριξε ότι οι σχέσεις είναι διακριτές και επιτυχώς προσδιορισμένες στο Σύνταγμα. Πρόσθεσε ότι η ΕΕ αποδέχεται την παράδοση κάθε κράτους-μέλους, αρκεί να διέπεται από τη θρησκευτική ελευθερία, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 13 παρ. 5 του Συντάγματος.
Ο γραμματέας του ΜέΡΑ25 Γιάνης Βαρουφάκης, στην ομιλία του στη Βουλή, κατέθεσε σειρά ενστάσεων για το περιεχόμενο των προτάσεων αναθεώρησης. Επανέφερε τις προτάσεις του κόμματός του για την ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων και την ισότητα όλων απέναντι στον νόμο, τάχθηκε υπέρ του ουδετερόθρησκου κράτους και του διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, και ζήτησε την κατάργηση του θεσμού του όρκου.
Τι προβλέπουν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος
Άρθρο 3 (Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας), παράγραφος 1: Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
Παράγραφος 2: Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
Παράγραφος 3: Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.
Άρθρο 13 (Θρησκευτική ελευθερία): Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. Κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Άρθρο 33 (Έναρξη θητείας, όρκος, χορηγία): Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του, δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαιρέτου Τριάδος να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού».
Άρθρο 59 (Όρκος): Οι βουλευτές, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους, δίνουν στο Βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαιρέτου Τριάδος να είμαι πιστός στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος.

