Σε μια θεαματική κλιμάκωση ρητορικής και πολιτικής, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε πως η χώρα του διαθέτει «τα πιο ισχυρά στρατιωτικά όπλα στον κόσμο» ενώ παράλληλα αυξάνει τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα στο 145% το υψηλότερο ποσοστό μέχρι σήμερα στη δεύτερη θητεία του.
«Έχουμε οπλικά συστήματα που κανείς δεν γνωρίζει καν τι είναι και είναι τα πιο ισχυρά όπλα στον κόσμο», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους. «Οπότε κανείς δεν πρόκειται να τολμήσει κάτι τέτοιο».
Ο Τραμπ δεν διευκρίνισε σε τι είδους όπλα αναφερόταν ούτε ποιον απειλούσε εμμέσως. Ωστόσο, η δήλωσή του ήρθε λίγο μετά από ερώτηση για την αντίδραση της Κίνας, η οποία επέβαλε αντίποινα με δασμούς 84% στις αμερικανικές εξαγωγές. Η απάντηση του Λευκού Οίκου ήταν άμεση: οι δασμοί αυξήθηκαν από 125% σε 145%, συνεχίζοντας την πιο επιθετική οικονομική στρατηγική της διακυβέρνησης Τραμπ.
Η αναφορά στα «άγνωστα» και «ισχυρότερα» όπλα θεωρείται από πολλούς μια προβολή της αμερικανικής υπεροχής όχι μόνο στον εμπορικό τομέα, αλλά και στο στρατιωτικό επίπεδο έναντι της Κίνας. Η προσέγγιση του Τραμπ προς το Πεκίνο φαίνεται να συνδυάζει οικονομική πίεση με ξεκάθαρη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος.
«Οι ΗΠΑ είναι πολύ πιο ισχυρές απ’ όσο καταλαβαίνουν οι άνθρωποι», πρόσθεσε ο Τραμπ.
Από την πλευρά της, η Κίνα δήλωσε ότι θα «πολεμήσει μέχρι τέλους», χαρακτηρίζοντας την αμερικανική στάση ως «εκβιαστική». Η ανταπόδοση και από τις δύο πλευρές δείχνει πως η αντιπαράθεση μπορεί να έχει μακροχρόνιο και επώδυνο αντίκτυπο τόσο στις αγορές όσο και στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παρόλα αυτά, ο Τραμπ επιμένει πως υπάρχει χώρος για συμφωνία.
«Πιστεύω ότι στο τέλος θα καταλήξουμε σε μια πολύ καλή συμφωνία», δήλωσε, υποστηρίζοντας πως πάνω από 75 χώρες έχουν ήδη επικοινωνήσει με τις ΗΠΑ ζητώντας επίλυση του θέματος, χωρίς να έχουν ανταποδώσει
Η στρατηγική του Προέδρου των ΗΠΑ φαίνεται να στηρίζεται στη μέγιστη πίεση: απομόνωση της Κίνας, προσέγγιση με διεθνείς εταίρους, και προβολή της υπεροχής των ΗΠΑ όχι μόνο ως οικονομική δύναμη αλλά και ως παγκόσμια στρατηγική υπερδύναμη.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι δύο πλευρές; Και με τη στρατιωτική ρητορική πλέον στο τραπέζι, τα διακυβεύματα δείχνουν πιο υψηλά από ποτέ.

