Άμυνα και Εξοπλισμοί
Future Interceptor: Η Lockheed Martin αναλαμβάνει τον νέο πύραυλο αεράμυνας του Αμερικανικού Στρατού – Έργο 1,08 δισ. δολαρίων
Ο Αμερικανικός Στρατός επέλεξε τη Lockheed Martin για την ανάπτυξη του Future Interceptor, με την εταιρεία να καλύπτει 423 εκατ. από τα 1,08 δισ. δολάρια. Δύο ημέρες νωρίτερα είχε κερδίσει και σύμβαση 694 εκατ. δολαρίων της Πολεμικής Αεροπορίας για τον ARRW.
Η Lockheed Martin θα αναπτύξει τον πύραυλο αεράμυνας επόμενης γενιάς του Αμερικανικού Στρατού στο πλαίσιο του προγράμματος Future Interceptor. Η επιλογή έγινε γνωστή την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου με ανακοίνωση του Στρατού των ΗΠΑ και αφορά συμφωνία τύπου Other Transaction Agreement (OTA), με συνολική εκτιμώμενη αξία 1,08 δισ. δολαρίων. Ο λογαριασμός μοιράζεται: η αμερικανική κυβέρνηση βάζει 660,4 εκατ. δολάρια και η εταιρεία αναλαμβάνει 423 εκατ. δολάρια ως δική της συμμετοχή στο κόστος.
Ο Στρατός ζητά ένα όπλο με μεγαλύτερο βεληνεκές εμπλοκής, μεγαλύτερο ύψος, υψηλότερη ταχύτητα και μεγαλύτερη ελιξιμότητα σε σχέση με τα υφιστάμενα. Το νέο σύστημα θα συμπληρώνει τα υπάρχοντα συστήματα Ολοκληρωμένης Αεράμυνας και Αντιπυραυλικής Άμυνας (IAMD) και θα ενισχύσει την πολυεπίπεδη άμυνα απέναντι στις νέες απειλές. Το επόμενο στάδιο περιλαμβάνει την ανάπτυξη πρωτοτύπων και δοκιμές που θα δείξουν αν καλύπτονται οι επιχειρησιακές απαιτήσεις. Για την περαιτέρω ανάπτυξη και την παραγωγή, ο Στρατός θα αποφασίσει με βάση τις επιδόσεις των πρωτοτύπων, τις ανάγκες, τους διαθέσιμους πόρους και τις διαδικασίες προμηθειών.
«Το Future Interceptor είναι ακριβώς το είδος της τεχνολογίας αιχμής που χρειαζόμαστε», τονίζει ο Στρατός των ΗΠΑ στην ανακοίνωσή του. Όπως εξηγεί, ο Στρατός ακολουθεί στρατηγική στοχευμένου εκσυγχρονισμού και «επιδιώκει έναν συνδυασμό εξαιρετικά προηγμένων και χαμηλού κόστους πυρομαχικών». Ο αντιστράτηγος Φρανκ Λοζάνο, υπεύθυνος για τα προγράμματα πυρών, χαρακτήρισε «απαραίτητη» την ανάπτυξη προηγμένων δυνατοτήτων αναχαίτισης ώστε η χώρα να κρατήσει το αμυντικό της πλεονέκτημα. Ο Μπρεντ Ίνγκραμ, επικεφαλής των προμηθειών του Στρατού, μίλησε για «σημαντικό βήμα» που θα επιτρέψει τεκμηριωμένες αποφάσεις και μικρότερο κίνδυνο στις προμήθειες.
Η πρόταση της Lockheed για το πρόγραμμα είναι το PAC-3 Edge, που η εταιρεία παρουσίασε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, όταν ο Στρατός την είχε ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο του διαγωνισμού. Πρόκειται για εξέλιξη του PAC-3 MSE, του δοκιμασμένου στη μάχη βλήματος της οικογένειας PAC-3 του Patriot, με τρεις μεγάλες αλλαγές: νέα κεφαλή αναζήτησης (seeker) που σχεδιάστηκε στο Strigo Product Center της εταιρείας, όπου έχουν επενδυθεί 250 εκατ. δολάρια, πυραυλοκινητήρα στερεού καυσίμου πολλαπλών παλμών από τη Northrop Grumman και αναβαθμισμένο σύστημα ελέγχου για καλύτερες επιδόσεις σε απόσταση και ύψος. Περισσότερα για τα τεχνικά χαρακτηριστικά στο άρθρο μας για την παρουσίαση του PAC-3 Edge.
Το νέο βλήμα σχεδιάζεται για αεροσκάφη, πυραύλους και υπερ-υπερηχητικές απειλές σε μεγαλύτερα ύψη και αποστάσεις. Θα μπορεί να ενσωματώνεται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διοίκησης Μάχης (IBCS), στον εκτοξευτή M903, εκτοξευτές σε εμπορευματοκιβώτια και το HIMARS Flex. Η εταιρεία σχεδιάζει δοκιμές από το 2027, με στόχο να είναι έτοιμο για ανάπτυξη έως το 2031. «Το PAC-3 Edge αξιοποιεί το δοκιμασμένο στη μάχη PAC-3 MSE και προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη ελιξιμότητα, ισχύ και ταχύτητα», δήλωσε ο Τιμ Κάχιλ, πρόεδρος του τομέα Missiles and Fire Control. Η ίδια οικογένεια βλημάτων αποκτά και νέα υποδομή στην Ευρώπη, με το κέντρο συντήρησης PAC-3 που επιλέχθηκε να γίνει στην Πολωνία.
Η επιλογή για το Future Interceptor ήρθε δύο ημέρες μετά από άλλη μεγάλη ανάθεση στην ίδια εταιρεία. Την Τρίτη 27 Οκτωβρίου η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ανέθεσε στη Lockheed σύμβαση 694 εκατ. δολαρίων για την παραγωγή του ARRW (Air-Launched Rapid Response Weapon), του υπερ-υπερηχητικού πυραύλου που εκτοξεύεται από το βομβαρδιστικό B-52 και ξεπερνά τα 5 Mach. Την ίδια ημέρα ξεκίνησαν τα έργα επέκτασης του κτιρίου P-20 στην Τρόι της Αλαμπάμα, που θα τριπλασιάσει τον χώρο παραγωγής του ARRW με 47.000 επιπλέον τετραγωνικά πόδια. Η εταιρεία είχε ήδη διαθέσει 67 εκατ. δολάρια από δικά της κεφάλαια για τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό, πριν από την κρατική χρηματοδότηση, στο πλαίσιο επενδύσεων 8-9 δισ. δολαρίων έως το 2030 για την αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών.
