Η Σύνοδος Κορυφής των G7 στο Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας μετατράπηκε στο σκηνικό μιας πρωτοφανούς διπλωματικής αναδίπλωσης για την Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, εγκαταλείποντας τη γνώριμη επιθετική του ρητορική περί «απόλυτης συντριβής» της Τεχεράνης, υπεραμύνθηκε με πάθος ενός εξαιρετικά εύθραυστου Μνημονίου Συνεργασίας (MOU). Η νέα αυτή προσέγγιση αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα: η στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ απέτυχε απ’ ότι φαίνεται να κάμψει τη στρατηγική βούληση του ιρανικού καθεστώτος.
Κατά τη διάρκεια μιας επεισοδιακής συνέντευξης Τύπου, ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε μια εντυπωσιακή ιδεολογική μεταστροφή, δικαιολογώντας πλήρως τις εξοπλιστικές απαιτήσεις του Ιράν. Ο Λευκός Οίκος αποδέχεται πλέον ότι η Τεχεράνη θα διατηρήσει το βαλλιστικό της πρόγραμμα, καταρρίπτοντας τις πολυετείς αξιώσεις των συμμάχων του για πλήρη αφοπλισμό και τις δηλώσεις περι πλήρους καταστροφής του οπλοστασίου. «Πρέπει να έχουν κάποιους (πυραύλους) επειδή έχουν και άλλοι. Πρέπει να έχεις και εσύ», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, υιοθετώντας τα επιχειρήματα της ίδιας της ιρανικής ηγεσίας.
Η προσπάθεια του Αμερικανού Προέδρου να υποβαθμίσει την απειλή του ιρανικού οπλοστασίου προκάλεσε σοκ στους διπλωματικούς κύκλους. «Οι πύραυλοι δεν είναι το πρόβλημα… Πλήττουν μια μικρή τοποθεσία, αλλά δεν ανατινάζουν τον πλανήτη», ανέφερε ο Τραμπ, υποτιμώντας ανοιχτά τις έντονες ανησυχίες που εκφράζει το Ισραήλ για την ασφάλεια της περιοχής. Παράλληλα, εξίσωσε τις αμυντικές ανάγκες της Τεχεράνης με εκείνες του Ριάντ, διερωτώμενος με ειρωνικό ύφος: «Θα επιτρέψουν στη Σαουδική Αραβία να έχει πυραύλους, αλλά το Ιράν δεν μπορεί; Δεν λειτουργεί έτσι».
Αυτή η ρητορική απέχει παρασάγγας από το δόγμα της «μέγιστης πίεσης» που ευαγγελιζόταν στο παρελθόν η Ουάσιγκτον. Αντί για τη συνθηκολόγηση του Ιράν, το MoU παρουσιάζει μια επισφαλή επιστροφή στο καθεστώς προ του πολέμου. Οι δεσμεύσεις της Τεχεράνης για το πυρηνικό της πρόγραμμα παραμένουν ουσιαστικά μη δεσμευτικές, θυμίζοντας έντονα την πυρηνική συμφωνία του 2015 (JCPOA) της κυβέρνησης Ομπάμα, την οποία ο ίδιος ο Τραμπ είχε παλαιότερα χαρακτηρίσει ως τη «χειρότερη συμφωνία όλων των εποχών».
Το μοναδικό άμεσο αντάλλαγμα που εξασφάλισαν οι ΗΠΑ είναι το εκ νέου άνοιγμα στο Στενό του Ορμούζ. Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα γνωρίζει ότι η Τεχεράνη ήταν εκείνη που προκάλεσε τον αποκλεισμό, χρησιμοποιώντας τον ως μοχλό πίεσης. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να πανηγυρίζει για την αποκατάσταση μιας ναυσιπλοΐας που το ίδιο το Ιράν έλεγχε και αποσταθεροποιούσε κατά βούληση, αποδεικνύοντας ότι ο γεωπολιτικός εκβιασμός της Τεχεράνης απέδωσε καρπούς.
Για να δικαιολογήσει αυτή την υποχώρηση, ο Τραμπ επικαλέστηκε τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας «οικονομικής καταστροφής» και το δυσβάσταχτο κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αποκάλυψε ότι μόλις δύο ημέρες αμερικανικών βομβαρδισμών κόστισαν 200 εκατομμύρια δολάρια, παραδεχόμενος έμμεσα ότι η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ προσέκρουσε σε οικονομικά αδιέξοδα. Οι αγορές, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατέρρεαν σε πρωτοφανή επίπεδα αν η σύγκρουση συνεχιζόταν για ακόμα μερικές εβδομάδες.
Ακόμα και στο κρίσιμο ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου, ο Αμερικανός ηγέτης κατέφυγε σε λεκτικούς ακροβατισμούς για να καλύψει το κενό ασφαλείας. Ισχυρίστηκε ότι η «πυρηνική σκόνη» είναι θαμμένη κάτω από τα ερείπια των τριών κύριων εγκαταστάσεων που βομβαρδίστηκαν πέρυσι (Φορντό, Νατάνζ, Ισφαχάν) και ότι ελέγχεται από τις κάμερες της Διαστημικής Δύναμης (Space Force). Ωστόσο, οι μυστικές υπηρεσίες προειδοποιούν ότι το Ιράν διαθέτει και άλλα, ανέπαφα αποθέματα χαμηλότερα εμπλουτισμένου ουρανίου σε άγνωστες τοποθεσίες, ικανά να μετατραπούν σε όπλα.
Το επιστέγασμα της αμερικανικής δυσκολίας αποτυπώνεται στην οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ δεν υποχρεούνται να συνεισφέρουν στο διεθνές ταμείο ανασυγκρότησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για την άρση των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο. Το Ιράν κερδίζει ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, χωρίς να έχει παραδώσει ούτε έναν πύραυλο και χωρίς να έχει καταστραφεί η πυρηνική του υποδομή.
Η σύνοδος στο Εβιάν-λε-Μπεν καταγράφεται ως η στιγμή που η υπερδύναμη αναγκάστηκε απ’ ότι φαίνεται να συμβιβαστεί. Ο Ντόναλντ Τραμπ στράφηκε με πρωτοφανή οξύτητα εναντίον των σκληροπυρηνικών συμβούλων του, αποκαλώντας τους «ανόητους» και «κακούς ανθρώπους». Αυτή η εσωτερική σύγκρουση στην Ουάσιγκτον επιβεβαιώνει ότι η ηγεσία των ΗΠΑ επιλέγει την επικοινωνιακή διαχείριση μιας πιθανής γεωπολιτικής υποχώρησης, βαφτίζοντας ως «απόλυτη νίκη» έναν συμβιβασμό που αφήνει το Ιράν ξανά ως έναν δυνατό παίκτη στο παιχνίδι στη Μέση Ανατολή.





