Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ανάλυση Ελλάδα

Φρεγάτες FDI HN κλάσης «Κίμων»: Πλήρης ανάλυση – τα συστήματα, ο οπλισμός και το πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού

Όλο το πρόγραμμα των φρεγατών FDI HN σε έναν φάκελο: τα τέσσερα πλοία, οι παραδόσεις, ο οπλισμός, το Standard 2 και τι μένει ανοιχτό.

Οι φρεγάτες FDI HN της κλάσης «Κίμων» είναι τα πρώτα νέα πλοία πρώτης γραμμής που παραλαμβάνει το Πολεμικό Ναυτικό μετά τις MEKO 200HN της δεκαετίας του 1990, και η ισχύς τους προκύπτει από τη συνεργασία ραντάρ, πυραύλων, σόναρ, ελικοπτέρου και ψηφιακής αρχιτεκτονικής σε ένα ενιαίο σύστημα μάχης. Στην πλήρη διαμόρφωση της κλάσης, όπως την καταγράφει το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, κάθε πλοίο φέρει 32 πυραύλους αεράμυνας Aster 30, το ραντάρ σταθερών κεραιών Sea Fire, οκτώ αντιπλοϊκούς Exocet MM40 Block 3C, σύστημα εγγύς άμυνας RAM, ρυμουλκούμενο σόναρ CAPTAS-4 Compact και υπόστεγο για ελικόπτερο MH-60R μαζί με μη επανδρωμένα Camcopter S-100. Η «Κίμων» παραδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και βρίσκεται στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 2026, ο «Νέαρχος» ύψωσε την ελληνική σημαία στις 30 Οκτωβρίου 2026, η «Φορμίων» παραδίδεται τον Δεκέμβριο και ο «Θεμιστοκλής» έως το 2028. Θα εξετάσουμε το πλοίο σύστημα προς σύστημα: την πλατφόρμα, την ψηφιακή καρδιά του, τους αισθητήρες, κάθε στρώμα της αεράμυνας, τον πόλεμο επιφανείας και τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, τα ιπτάμενα μέσα, τις διαμορφώσεις Standard μέχρι το 2030, την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή και τα ζητήματα που μένουν ανοιχτά. Τον πλήρη οδηγό μας θα τον ενημερώνουμε σε κάθε νέο σταθμό του προγράμματος.

Η ύψωση της ελληνικής σημαίας στη φρεγάτα «Νέαρχος», 30 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: ΓΕΝ

Από τις «3+1» στις τέσσερις φρεγάτες: συμβάσεις, κόστος και παραδόσεις

Οι συμβάσεις υπογράφηκαν στις 24 Μαρτίου 2022 και κυρώθηκαν με τον ν. 4891/2022. Η σύμβαση 016Β/21 αφορά τρεις φρεγάτες με δικαίωμα για τέταρτη, μαζί με τορπίλες MU90 και αντίμετρα τορπιλών CANTO της Naval Group, ανταλλακτικά και την εκπαίδευση των πληρωμάτων, ενώ η σύμβαση 017Β/21 καλύπτει την εν συνεχεία υποστήριξη των πλοίων, με μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνική συνδρομή. Στη σύμβαση, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του 2025, τα τρία πρώτα πλοία στη βασική διαμόρφωση Standard 1 κοστολογούνται σε 659,5, 654,5 και 639,46 εκατ. ευρώ, οι «επιπρόσθετες δυνατότητες» της διαμόρφωσης Standard 2 σε 68,3 εκατ. ευρώ για κάθε πλοίο, οι 15 τορπίλες MU90 σε 41 εκατ. ευρώ και τα 54 αντίμετρα CANTO σε 6 εκατ. ευρώ. Μαζί με ανταλλακτικά, μελέτες και εκπαίδευση, και μετά την έκπτωση που προβλέπεται, το σκέλος των τριών πλοίων φτάνει τα 2,255 δισ. ευρώ, ενώ η αρχική περίοδος εν συνεχεία υποστήριξης κοστολογείται σε 138 εκατ. ευρώ. Τα πλοία ναυπηγούνται στο ναυπηγείο της Naval Group στη Λοριάν της Βρετάνης, παράλληλα με τις γαλλικές FDI, και στο Πολεμικό Ναυτικό αποτελούν την κλάση «Κίμων», ενώ η εξαγωγική ονομασία του σχεδίου είναι Belharra. Η Ελλάδα ήταν ο πρώτος πελάτης της FDI εκτός Γαλλίας, και η ελληνική έκδοση διαφέρει από τη γαλλική κυρίως στην αεράμυνα, με διπλάσιο αριθμό πυραύλων Aster και σύστημα RAM.

Η τέταρτη φρεγάτα μπήκε ξανά στο τραπέζι τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανακοίνωσε στην καθέλκυση του «Νέαρχου» την έναρξη διαπραγματεύσεων για την 4η FDI και για πυραύλους κρουζ. Το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε την απόκτηση στις 17 Σεπτεμβρίου 2025 και την ίδια ημέρα κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση των δύο συμβάσεων, που ψηφίστηκε ως ν. 5235/2025 (ΦΕΚ Α΄ 173/7.10.2025), και στα μέσα Νοεμβρίου 2025 η ΓΔΑΕΕ και η Naval Group υπέγραψαν τη σύμβαση για τον «Θεμιστοκλή». Η τροποποιημένη σύμβαση κοστολογεί την τέταρτη φρεγάτα, που παραδίδεται απευθείας σε διαμόρφωση Standard 2+, σε 791,6 εκατ. ευρώ, και με τις μελέτες, τα ανταλλακτικά και την αναβάθμιση σε Standard 2++, μετά την έκπτωση των 18 εκατ. ευρώ, το συνολικό σκέλος του τέταρτου πλοίου διαμορφώνεται σε 791,4 εκατ. ευρώ. Η σύμβαση υποστήριξης προσθέτει νέα περίοδο εν συνεχεία υποστήριξης ύψους 56,2 εκατ. ευρώ. Η νέα σύμβαση καλύπτει την τέταρτη φρεγάτα και τη συντήρησή της, αλλά και την επέκταση νέων δυνατοτήτων σε όλο τον στόλο των FDI HN, ενώ η Naval Group δεσμεύεται ότι το 25% της αξίας του τέταρτου πλοίου θα είναι ελληνική συμμετοχή. Το ελληνικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πλέον τέσσερα συμβασιοποιημένα πλοία.

Η «Κίμων» (F-601) καθελκύστηκε στις 4 Οκτωβρίου 2023, ξεκίνησε τις θαλάσσιες δοκιμές της τον Μάιο του 2025 και ύψωσε την ελληνική σημαία στη Λοριάν στις 18 Δεκεμβρίου 2025, λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά την υπογραφή και δύο μήνες μετά την παράδοση της πρώτης γαλλικής FDI, της «Amiral Ronarc’h». Από τη Λοριάν πέρασε από τη Βρέστη, όπου φόρτωσε τους πυραύλους Aster 30, και έφτασε στην Ελλάδα στις 15 Ιανουαρίου 2026. Τον Μάρτιο του 2026, δύο μήνες μετά την άφιξή της, επιχείρησε στην Κύπρο μαζί με τη φρεγάτα «Ψαρά» για την προστασία του νησιού στην αρχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ο «Νέαρχος» (F-602), που καθελκύστηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2024 και βγήκε για πρώτη φορά στη θάλασσα τον Φεβρουάριο του 2026, παραδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2026 παρουσία του Νίκου Δένδια, με πλήρωμα παραλαβής 128 στελεχών. Η «Φορμίων» (F-603), που καθελκύστηκε στις 4 Ιουνίου 2025, βγήκε για δοκιμές στις 22 Ιουνίου 2026 και παραδίδεται τον Δεκέμβριο του 2026, αλλά θα μείνει στη Λοριάν μέχρι την άνοιξη του 2027, καθώς η σύμβαση προβλέπει ότι οι εργασίες για τα Standard 2 και 2+ του πλοίου θα γίνουν στη Γαλλία έως τις 30 Απριλίου 2027. Ο «Θεμιστοκλής» ναυπηγείται στη Λοριάν και η σύμβαση προβλέπει την παράδοσή του σε διαμόρφωση Standard 2+ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.

Η φρεγάτα F602 «Νέαρχος» εν πλω. Πηγή: Naval Group.
ΠλοίοΚατάσταση (Νοέμβριος 2026) και προθεσμίες της σύμβασης
«Κίμων» (F-601)Παραδόθηκε 18/12/2025 σε Standard 1, στην Ελλάδα από 15/1/2026. Standard 2 και 2+ στην Ελλάδα έως 31/10/2027
«Νέαρχος» (F-602)Παραδόθηκε 30/10/2026 στη Λοριάν, σε Standard 2. Standard 2+ στην Ελλάδα έως 31/1/2028
«Φορμίων» (F-603)Παράδοση τον Δεκέμβριο του 2026 σε Standard 1. Standard 2 και 2+ στη Γαλλία έως 30/4/2027
«Θεμιστοκλής»Υπό ναυπήγηση, παράδοση σε Standard 2+ έως 31/12/2028

Η πλατφόρμα: ανεστραμμένη πλώρη, πρόωση CODAD και χώροι για ειδικές επιχειρήσεις

Η «Κίμων», όπως και κάθε ελληνική FDI, έχει μήκος 121,6 μέτρα, πλάτος 17,7 μέτρα, βύθισμα 6,2 μέτρα και εκτόπισμα 4.603 τόνων. Είναι σημαντικά μικρότερη από μια FREMM των 142 μέτρων και περίπου 6.000 τόνων. Το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο της είναι η ανεστραμμένη πλώρη όπως του Αβέρωφ: το πιο προωθημένο σημείο της βρίσκεται στην ίσαλο και η στείρα γέρνει προς τα πίσω καθώς ανεβαίνει, αντίθετα από τη συνηθισμένη πλώρη. Η μορφή αυτή κόβει το κύμα αντί να ανεβαίνει πάνω του, μειώνει τον προνευστασμό (το «σκαμπανέβασμα» του πλοίου κατά μήκος) και επιτρέπει στο σκάφος να κρατά ταχύτητα σε κακοκαιρία, ενώ ένα πιο σταθερό πλοίο σημαίνει και πιο σταθερή πλατφόρμα για τα ραντάρ, τους εκτοξευτές και το ελικοδρόμιο. Η πρώτη γαλλική FDI δοκίμασε αυτή τη συμπεριφορά στον Ατλαντικό σε κατάσταση θάλασσας 7, δηλαδή με κύματα 6 έως 9 μέτρων. Το κύτος και οι υπερκατασκευές έχουν επίπεδες, κεκλιμένες επιφάνειες για μικρότερη ραδιοδιατομή (το «αποτύπωμα» του πλοίου στα ραντάρ), μια παράδοση του γαλλικού ναυτικού από τις φρεγάτες La Fayette της δεκαετίας του 1990.

Η χαρακτηριστική ανεστραμμένη πλώρη της FDI HN «Νέαρχος». Φωτογραφία: ΓΕΝ

Η πρόωση είναι CODAD (Combined Diesel and Diesel), δηλαδή μόνο κινητήρες ντίζελ που συνδυάζονται ανάλογα με την ταχύτητα που απαιτείται, χωρίς αεριοστρόβιλο. Τέσσερις κινητήρες ντίζελ MTU της σειράς 8000, ισχύος έως 8.000 kW ο καθένας, δίνουν συνολικά περίπου 32 MW σε δύο άξονες. Η μέγιστη ταχύτητα είναι 27,5 κόμβοι, η ακτίνα δράσης φτάνει τα 5.000 ναυτικά μίλια με 15 κόμβους και η αυτονομία τις 45 ημέρες επιχειρήσεων χωρίς ανεφοδιασμό.

Ο αυτοματισμός επιτρέπει μικρό πλήρωμα: η FDI σχεδιάστηκε για πλήρωμα 125 ατόμων και 28 επιπλέον επιβαίνοντες, και η ελληνική έκδοση έχει ενδιαίτηση για 149 άτομα με το οργανικό ελικόπτερο. Η Naval Group σχεδίασε την FDI και για άμεση ανάπτυξη δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων, μια αποστολή με ιδιαίτερη αξία στο Αιγαίο, με τα εκατοντάδες νησιά και βραχονησίδες του.

ΧαρακτηριστικόΦρεγάτα FDI HN κλάσης «Κίμων»
Διαστάσεις121,6 × 17,7 × 6,2 μ.
Εκτόπισμα4.603 τόνοι
ΠρόωσηCODAD, 4 κινητήρες ντίζελ MTU, 2 άξονες
Ταχύτητα / ακτίνα δράσης27,5 κόμβοι / 5.000 ν.μ. με 15 κόμβους, 45 ημέρες
Ενδιαίτηση149 άτομα
Σύστημα διαχείρισης μάχηςSETIS (Naval Group)
ΡαντάρSea Fire (Thales), 4 σταθερές κεραίες AESA
ΣόναρKingklip Mk2 (κύτους), CAPTAS-4 Compact (ρυμουλκούμενο)
Αεράμυνα32 Aster 30 σε 4 Sylver A50, RAM 21 πυραύλων
Πόλεμος επιφανείας8 Exocet MM40 Block 3C, πυροβόλο 76/62 Super Rapido, 2 Lionfish 20 χιλ.
Ανθυποβρυχιακός πόλεμος4 τορπιλοσωλήνες (2 διπλοί) για MU90, αντίμετρα CANTO
Ιπτάμενα μέσα1 MH-60R ή S-70B-6 και 2 Camcopter S-100

Το ψηφιακό πλοίο: SETIS, δύο κέντρα δεδομένων και κυβερνοπροστασία

Η FDI παρουσιάζεται ως η πρώτη «ψηφιακή» φρεγάτα, και πίσω από τη διαφημιστική φράση υπάρχει μια πραγματική αλλαγή αρχιτεκτονικής. Στα παλαιότερα πολεμικά πλοία κάθε σύστημα είχε τους δικούς του υπολογιστές, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσα από διασυνδέσεις. Στην FDI μεγάλο μέρος του λογισμικού του πλοίου φιλοξενείται εικονικά σε δύο κέντρα δεδομένων, σε μια εφεδρική αρχιτεκτονική που σχεδιάστηκε εξαρχής με προστασία από κυβερνοεπιθέσεις, ώστε η λειτουργία του πλοίου να μην εξαρτάται από ένα μόνο σημείο. Το ίδιο σχήμα επιτρέπει τη σταδιακή αναβάθμιση του πλοίου, που ενδιαφέρει άμεσα το Πολεμικό Ναυτικό για τα επόμενα τριάντα χρόνια: η Naval Group σχεδίασε την FDI ώστε να εξελίσσεται με διαδοχικές αναβαθμίσεις, αντί για ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού μέσης ζωής, όπως αυτό που γίνεται σήμερα στις MEKO 200HN.

Η «Κίμων» (F-601) με το πλήρωμα παραταγμένο στο ελικοδρόμιο. Πηγή: Naval Group

Πάνω σε αυτή τη βάση τρέχει το σύστημα διαχείρισης μάχης SETIS της Naval Group. Το SETIS συγκεντρώνει τα δεδομένα του ραντάρ, των σόναρ, του ηλεκτρονικού πολέμου, των οπτρονικών και των ζεύξεων δεδομένων σε μία τακτική εικόνα και αναθέτει τους στόχους στα όπλα. Αυτό εξηγεί και τις διαμορφώσεις Standard: ένα όπλο αξιοποιείται πλήρως όταν είναι ενσωματωμένο στο SETIS μαζί με τα υπόλοιπα όπλα και αισθητήρια. Το πλοίο διαθέτει επίσης ολοκληρωμένη σουίτα επικοινωνιών της Thales και σύστημα αναγνώρισης φίλου-εχθρού (IFF), με ραδιοφωνικές και δορυφορικές ζεύξεις σε πολλές ζώνες συχνοτήτων, βασισμένες σε πρότυπα του ΝΑΤΟ ώστε η φρεγάτα να λειτουργεί ως κόμβος μέσα σε συμμαχικούς σχηματισμούς.

Μια λιγότερο γνωστή καινοτομία είναι ο ειδικός σταθμός για την αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών, από τον οποίο συντονίζεται η μάχη απέναντι σε μικρούς και κοντινούς στόχους στον αέρα και στην επιφάνεια, με τα ελαφρά πυροβόλα και τα πανοραμικά οπτρονικά συστήματα PASEO XLR της Safran. Όταν ένα πλοίο δέχεται ταυτόχρονα απειλές από τον αέρα και από ταχύπλοα ή drones σε μικρή απόσταση, η μάχη αεράμυνας συνεχίζεται χωρίς να επιβαρύνεται από την άμυνα κοντινής απόστασης. Για ένα ναυτικό που επιχειρεί σε στενά περάσματα, κοντά σε ακτές και ανάμεσα σε πυκνή πολιτική ναυσιπλοΐα, όπως το Αιγαίο, η ύπαρξη ξεχωριστού σταθμού έχει πρακτική σημασία.

Ο ενιαίος ιστός και το ραντάρ Sea Fire

Οι κύριοι εναέριοι αισθητήρες της φρεγάτας είναι συγκεντρωμένοι σε έναν ενιαίο ιστό με τη χαρακτηριστική πυραμιδοειδή μορφή, ώστε να έχουν συνεχή κάλυψη 360 μοιρών χωρίς «τυφλούς» τομείς από άλλα κατάρτια ή υπερκατασκευές. Το κύριο αισθητήριο είναι το ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών Sea Fire της Thales, και η Ελλάδα ήταν ο πρώτος πελάτης του εκτός Γαλλίας. Το Sea Fire είναι πλήρως ψηφιακό ραντάρ στερεάς κατάστασης με τέσσερις σταθερές κεραίες AESA (ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης), δηλαδή κεραίες που δεν περιστρέφονται αλλά κατευθύνουν τη δέσμη ηλεκτρονικά, μέσα από πολλούς μικρούς πομποδέκτες. Λειτουργεί στη ζώνη S (E/F κατά την ονοματολογία του ΝΑΤΟ) με πομποδέκτες νιτριδίου του γαλλίου (GaN), και εκτελεί ταυτόχρονα εναέρια επιτήρηση μεγάλης εμβέλειας, επιτήρηση επιφανείας και καθοδήγηση των πυραύλων αεράμυνας. Για το Sea Fire των γαλλικών FDI, η γαλλική Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών (DGA) δίνει εναέρια κάλυψη πάνω από 300 χιλιόμετρα και 80 χιλιόμετρα στην επιφάνεια, κάλυψη 360 μοιρών σε αζιμούθιο και 90 μοιρών σε ανύψωση και έως 1.000 ίχνη ταυτόχρονα. Κάθε κεραία έχει διαστάσεις 2 × 2,5 μέτρα και βάρος δύο τόνων, και το ραντάρ έχει σχεδιαστεί να αντιμετωπίζει και σύνθετες απειλές, όπως βαλλιστικούς και υπερ-υπερηχητικούς πυραύλους.

RADAR SEA FIRE © Adrien Daste – Thales

Μια περιστρεφόμενη κεραία «ξαναβλέπει» κάθε στόχο μία φορά σε κάθε περιστροφή, ενώ οι τέσσερις σταθερές κεραίες του Sea Fire μπορούν να επιστρέφουν σε έναν απειλητικό στόχο όσο συχνά χρειάζεται, να κάνουν παράλληλα έρευνα όγκου σε άλλους τομείς και να στέλνουν ενημερώσεις πορείας σε αρκετούς πυραύλους που βρίσκονται ήδη στον αέρα. Αυτό έχει σημασία απέναντι σε πυραύλους που πετούν λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα και εμφανίζονται στον ορίζοντα του ραντάρ μόλις σε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα, όπου κάθε δευτερόλεπτο αντίδρασης έχει αξία, όπως φαίνεται στο σενάριο μάχης απέναντι στους Atmaca και Tayfun και στον αναλυτικό οδηγό για το Sea Fire. Δίπλα στο Sea Fire, το πλοίο φέρει ραντάρ ελέγχου πυρός της Thales για το πυροβόλο των 76 χιλιοστών, και τα πανοραμικά οπτρονικά PASEO XLR, που παρακολουθούν παθητικά, χωρίς εκπομπή, μικρούς στόχους στην επιφάνεια και στον αέρα.

Η «Κίμων» (F-601) εν πλω. Στο ενιαίο κατάρτι βρίσκονται οι τέσσερις σταθερές κεραίες του ραντάρ Sea Fire. Φωτογραφία: ΓΕΝ

Αεράμυνα περιοχής: 32 Aster 30 σε τέσσερα Sylver A50

Το βασικό όπλο της φρεγάτας είναι οι 32 πύραυλοι Aster 30 Block 1 (B1) της MBDA, σε κάνιστρα μέσα σε τέσσερις κάθετους εκτοξευτές Sylver A50 των οκτώ κελιών στο πρόστεγο. Τα πρώτα πλοία της γαλλικής έκδοσης φέρουν δύο εκτοξευτές και 16 πυραύλους, και η Γαλλία αποφάσισε να εξοπλίσει τις δύο τελευταίες FDI της με 32 κελιά, ακολουθώντας ουσιαστικά την ελληνική διαμόρφωση. Στη σύμβαση, το σύστημα των 16 από τους 32 πυραύλους ανήκει στις επιπρόσθετες δυνατότητες του Standard 2. Ο Aster 30 ζυγίζει 450 κιλά, έχει μήκος 4,9 μέτρα και φτάνει τα 4,5 Mach, με βεληνεκές πάνω από 120 χιλιόμετρα και ύψος αναχαίτισης έως 20 χιλιόμετρα. Είναι πύραυλος δύο σταδίων: μετά την καύση του πρώτου, το τελικό τμήμα, ένα ελαφρύ και πολύ ευέλικτο «βέλος», καθοδηγείται στην τελική φάση από δικό του ενεργό ερευνητή ραντάρ στη ζώνη Ku. Το χαρακτηριστικό του είναι το σύστημα PIF-PAF, ο συνδυασμός αεροδυναμικού ελέγχου και άμεσου ελέγχου ώσης, που επιτρέπει στον πύραυλο πολύ απότομους ελιγμούς στο τελευταίο σκέλος της πτήσης, ώστε να «διορθώνει» την πορεία του ακριβώς τη στιγμή που ένας ελισσόμενος στόχος προσπαθεί να του ξεφύγει. Με τον Aster 30 η φρεγάτα προστατεύει και άλλα πλοία στην περιοχή της, όπως μια νηοπομπή ή μια αποβατική δύναμη, δηλαδή κάνει αεράμυνα περιοχής.

Το πρόστεγο της «Κίμων» με τις τέσσερις μονάδες Sylver των 8 κελιών (32 κελιά για Aster 30). Φωτογραφία: ΓΕΝ

Η έκδοση B1 προσθέτει ικανότητα απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς, κάτι που για την Ελλάδα σημαίνει ότι μια FDI σε κατάλληλη θέση μπορεί να συμβάλει στην προστασία συγκεκριμένων σημείων στην ξηρά, όπως ένα λιμάνι ή μια βάση. Ο νεότερος Aster B1NT, με ερευνητή στη ζώνη Ka, επεκτείνει την προστασία σε βαλλιστικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς, σε στόχους με έντονους ελιγμούς και σε υπερ-υπερηχητικές (hypersonic) απειλές. Για τις ελληνικές FDI ο B1NT αποτελεί δυνητική μελλοντική αναβάθμιση και όχι συμβασιοποιημένη δυνατότητα. Ο Aster έχει χρησιμοποιηθεί σε πραγματικές εμπλοκές από ευρωπαϊκά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα, και τον Οκτώβριο του 2025 μια γαλλική φρεγάτα κατέρριψε με Aster 30 στόχο που προσομοίωνε υπερηχητικό πύραυλο.

Εκτόξευση Aster 30 από τη γαλλική φρεγάτα Forbin εναντίον υπερηχητικού στόχου, στην άσκηση αεράμυνας του ΝΑΤΟ Formidable Shield 2021. Τον ίδιο πύραυλο φέρει η «Κίμων». Φωτογραφία: NATO STRIKFORNATO (δημόσιο κτήμα)

Εγγύς άμυνα: RAM, πυροβόλο 76 χιλιοστών και Lionfish

Πίσω από τον Aster υπάρχουν τρία ακόμη στρώματα. Το πρώτο είναι το σύστημα RAM (Rolling Airframe Missile), ο εκτοξευτής των 21 πυραύλων RIM-116 που βρίσκεται στην οροφή του υποστέγου. Ο RIM-116 είναι πύραυλος μικρού βεληνεκούς που, αφού εκτοξευθεί, δεν χρειάζεται καθοδήγηση από το πλοίο: έχει διπλή καθοδήγηση, με παθητικό ερευνητή ραδιοσυχνοτήτων που εντοπίζει τις εκπομπές του ραντάρ του εισερχόμενου πυραύλου και υπέρυθρο ερευνητή για την τελική φάση. Προορίζεται για αντιπλοϊκούς πυραύλους που έχουν περάσει το εξωτερικό στρώμα, αλλά και για ασύμμετρους στόχους στον αέρα και στην επιφάνεια. Το Πολεμικό Ναυτικό γνωρίζει ήδη το σύστημα από τις πυραυλακάτους κλάσης «Ρούσσεν», ενώ η γαλλική FDI δεν φέρει RAM. Στη σύμβαση, το σύστημα RAM ανήκει στις επιπρόσθετες δυνατότητες της διαμόρφωσης Standard 2, που εξηγείται παρακάτω.

Η φρεγάτα «Νέαρχος» στη Λοριάν, την ημέρα της ένταξής της στο Πολεμικό Ναυτικό. Φωτογραφία: ΓΕΝ

Το δεύτερο στρώμα είναι το πυροβόλο 76/62 Super Rapido της Leonardo, τοποθετημένο σε θόλο χαμηλής ραδιοδιατομής στο πρόστεγο. Ρίχνει έως 120 βλήματα το λεπτό με 80 βλήματα έτοιμα προς βολή, έχει χρόνο αντίδρασης κάτω από τρία δευτερόλεπτα και μέγιστο βεληνεκές 16 χιλιομέτρων με συμβατικά πυρομαχικά, που φτάνει τα 20 χιλιόμετρα με πυρομαχικά επαυξημένου βεληνεκούς. Χρησιμοποιείται για πυρά κατά πλοίων και ακτών, για προειδοποιητικά πυρά σε περιστατικά ελέγχου ναυσιπλοΐας και, με το ραντάρ ελέγχου πυρός, ως συμπληρωματική άμυνα απέναντι σε εναέριους στόχους. Το τρίτο στρώμα είναι τα δύο τηλεχειριζόμενα πυροβόλα Lionfish 20 της Leonardo, που αντικατέστησαν στην ελληνική έκδοση τα Narwhal της γαλλικής. Φέρουν πυρομαχικά 20×128 χιλιοστών του ΝΑΤΟ, έχουν 250 έτοιμα βλήματα, ρυθμό βολής 100 έως 300 βλημάτων το λεπτό σε ελεγχόμενη βολή και έως 1.000 σε ριπή, με ωφέλιμο βεληνεκές πάνω από 2.000 μέτρα. Είναι το όπλο για τα ταχύπλοα, τα θαλάσσια drones και τα μικρά εναέρια drones, απειλές που ο πόλεμος στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Μαύρη Θάλασσα έφερε στο προσκήνιο.

Ηλεκτρονικός πόλεμος και δολώματα: η μάχη πριν από την εκτόξευση

Η σουίτα ηλεκτρονικού πολέμου των FDI HN είναι ψηφιακή και προέρχεται από τη Thales. Ο πυρήνας της στην FDI είναι το Sentinel, ένα σύστημα ανίχνευσης ηλεκτρονικών εκπομπών ραντάρ (R-ESM) που εντοπίζει, αναγνωρίζει και χαρτογραφεί τα ραντάρ πλοίων, αεροσκαφών και πυραύλων γύρω από τη φρεγάτα. Η αξία του είναι διπλή: προειδοποιεί όταν ένας ερευνητής πυραύλου «κλειδώνει» στο πλοίο και δίνει στο κέντρο επιχειρήσεων εικόνα για το ποιος εκπέμπει και από πού, χωρίς η φρεγάτα να αποκαλύψει τη θέση της ανοίγοντας τα δικά της ραντάρ. Τα δεδομένα αυτά μπαίνουν στο SETIS μαζί με την εικόνα του Sea Fire.

Για την παραπλάνηση των πυραύλων, η ελληνική έκδοση φέρει τέσσερις εκτοξευτές δολωμάτων Sylena της γαλλικής Lacroix, καθένας με 12 ηλεκτρομαγνητικά δολώματα SEALEM και 4 υπέρυθρα SEALIR, που «τραβούν» τον ερευνητή ενός πυραύλου μακριά από το πλοίο ή τον μπερδεύουν πριν κλειδώσει. Στη σύμβαση το σύστημα εκτόξευσης δολωμάτων αεράμυνας (AAW DLS) ανήκει στις επιπρόσθετες δυνατότητες του Standard 2. Για την άμυνα απέναντι σε τορπίλες, το πλοίο φέρει δύο εκτοξευτές της Naval Group για αντίμετρα CANTO, που δημιουργούν ψεύτικους ακουστικούς στόχους ώστε η τορπίλη να χάσει τον πραγματικό, και η σύμβαση προβλέπει 18 αντίμετρα CANTO για κάθε ένα από τα τρία πρώτα πλοία. Ο ηλεκτρονικός πόλεμος και τα δολώματα αποτελούν το «soft kill», οι πύραυλοι και τα πυροβόλα το «hard kill», και η FDI τα συνδυάζει.

Πώς δουλεύουν όλα μαζί: η άμυνα της φρεγάτας σε στρώματα

Η αξία των συστημάτων που περιγράψαμε φαίνεται όταν τα δει κανείς να λειτουργούν μαζί απέναντι σε μια επίθεση με αντιπλοϊκούς πυραύλους. Πριν ακόμη εκτοξευθεί οτιδήποτε, το Sentinel μπορεί να εντοπίσει τις εκπομπές του ραντάρ ενός πλοίου ή αεροσκάφους που ψάχνει τη φρεγάτα, και το SETIS να τις συνδυάσει με όσα βλέπουν το ελικόπτερο, το S-100 και οι άλλες μονάδες του στόλου, ώστε ο κυβερνήτης να γνωρίζει από ποια κατεύθυνση έρχεται η απειλή. Όταν οι πύραυλοι εκτοξευθούν, πετούν χαμηλά και το Sea Fire τους βλέπει μόλις ξεπεράσουν τον ορίζοντα. Από εκείνη τη στιγμή το ραντάρ παρακολουθεί κάθε στόχο χωριστά, το SETIS υπολογίζει ποιος είναι πιο επικίνδυνος και αναθέτει τους πυραύλους Aster, και το Sea Fire στέλνει ενημερώσεις πορείας στους Aster μέχρι να ανοίξουν τους δικούς τους ερευνητές. Παράλληλα, οι εκτοξευτές Sylena ρίχνουν δολώματα για να εκτρέψουν όποιον πύραυλο συνεχίζει.

Ό,τι περάσει από τον Aster και τα δολώματα φτάνει στο RAM, στα τελευταία χιλιόμετρα, και ό,τι απομένει στο πυροβόλο των 76 χιλιοστών. Την ίδια ώρα τα Lionfish, από τον σταθμό ασύμμετρων απειλών, μπορούν να αντιμετωπίζουν ταχύπλοα ή drones που προσεγγίζουν από άλλη κατεύθυνση. Η λογική των στρωμάτων είναι ότι κανένα όπλο δεν χρειάζεται να είναι τέλειο, αρκεί κάθε στρώμα να μειώνει τον αριθμό των απειλών που φτάνουν στο επόμενο. Το όριο της αλυσίδας είναι αριθμητικό: ενδεικτικά, με 32 κελιά Aster και τακτική δύο πυραύλων ανά στόχο για μεγαλύτερη πιθανότητα κατάρριψης, μια φρεγάτα σε Standard 2 μπορεί να αντιμετωπίσει με το εξωτερικό στρώμα μέχρι 16 εισερχόμενους πυραύλους πριν στηριχθεί μόνο στο RAM και στα πυροβόλα. Γι’ αυτό έχουν σημασία ο αριθμός των κελιών, τα αποθέματα πυραύλων και η συνεργασία με άλλα πλοία, με τα οποία η FDI μοιράζεται την εικόνα και την άμυνα.

Πόλεμος επιφανείας: Exocet MM40 Block 3C

Για τον πόλεμο επιφανείας η φρεγάτα φέρει 8 αντιπλοϊκούς πυραύλους Exocet MM40 Block 3C της MBDA σε δύο τετραπλούς εκτοξευτές. Το Block 3C είναι η νεότερη έκδοση της οικογένειας Exocet, που η γαλλική Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών (DGA) πιστοποίησε και παρέλαβε το 2024, με βεληνεκές κλάσης 250 χιλιομέτρων, νέο ενεργό ερευνητή ραντάρ τελευταίας γενιάς με καλύτερη επιλογή στόχου και αντοχή στις ηλεκτρονικές παρεμβολές, και δυνατότητα συγχρονισμού ομοβροντίας, ώστε πολλοί πύραυλοι να φτάνουν στον στόχο ταυτόχρονα από διαφορετικές κατευθύνσεις. Πετά πολύ χαμηλά πάνω από τη θάλασσα με μειωμένη θερμική και ραδιοδιατομή, μπορεί να ακολουθεί σύνθετες τρισδιάστατες τροχιές με σημεία αλλαγής πορείας και, με καθοδήγηση GPS, να πλήξει και χερσαίους στόχους κοντά στην ακτή.

Η γαλλική φρεγάτα FREMM «Alsace» εκτοξεύει Exocet MM40 Block 3C στη δοκιμή του Σεπτεμβρίου 2023 στο πεδίο βολής της DGA. Πηγή: MBDA

Ένας πύραυλος των 250 χιλιομέτρων όμως είναι τόσο χρήσιμος όσο η ικανότητα του πλοίου να «δει» τον στόχο πέρα από τον ορίζοντα. Το Sea Fire, όπως κάθε ραντάρ πλοίου, βλέπει πλοία επιφανείας μέχρι περίπου τον ορίζοντα, και η DGA δίνει για την επιφάνεια κάλυψη 80 χιλιομέτρων, άρα η πλήρης αξιοποίηση του Exocet περνά από το ελικόπτερο, από το Camcopter S-100, από άλλες μονάδες του στόλου και από τις ζεύξεις δεδομένων. Οι Exocet Block 3C των φρεγατών προστίθενται στις επάκτιες συστοιχίες Exocet Block 2 του Πολεμικού Ναυτικού, και μαζί δημιουργούν ένα πλέγμα αντιπλοϊκών πυραύλων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανθυποβρυχιακός πόλεμος: Kingklip Mk2, CAPTAS-4 Compact και MU90

Η FDI κληρονομεί την ανθυποβρυχιακή παράδοση των γαλλικών FREMM, που έχουν διακριθεί στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, με την ίδια οικογένεια ρυμουλκούμενου σόναρ CAPTAS-4 και τις ίδιες τορπίλες MU90. Το πλοίο φέρει δύο συμπληρωματικά σόναρ της Thales. Το Kingklip Mk2 είναι σόναρ κύτους μέσων συχνοτήτων, ενεργό και παθητικό, που καλύπτει την περιοχή γύρω από τη φρεγάτα. Το CAPTAS-4 Compact είναι ρυμουλκούμενο ενεργό και παθητικό σόναρ χαμηλών συχνοτήτων και μεταβλητού βάθους: η ηχητική πηγή του και η γραμμή των υδροφώνων ρυμουλκούνται πίσω από το πλοίο και μπορούν να επιχειρούν σε διαφορετικά βάθη, περιορίζοντας τους περιορισμούς ακουστικής διάδοσης που δημιουργεί το θερμοκλινές, το στρώμα του νερού όπου αλλάζει απότομα η θερμοκρασία. Η έκδοση Compact έχει την ίδια επίδοση ανίχνευσης με το βασικό CAPTAS-4, με 20% μικρότερο βάρος και περίπου τη μισή επιφάνεια εγκατάστασης. Οι χαμηλές συχνότητες ταξιδεύουν μακρύτερα στο νερό, και γι’ αυτό το CAPTAS-4 μπορεί να εντοπίζει υποβρύχια σε αποστάσεις που ένα σόναρ κύτους δεν φτάνει. Ο ρόλος του στο Αιγαίο εξετάζεται στην ανάλυση για το CAPTAS-4 Compact.

CAPTAS-4 σε γαλλική FREMM. Φωτογραφία: © S. Deschamps / Marine Nationale, μέσω Thales Media Library.

Για την προσβολή, το πλοίο έχει τέσσερις τορπιλοσωλήνες σε δύο διπλούς εκτοξευτές για ελαφριές τορπίλες MU90 Impact της Naval Group, και η σύμβαση προβλέπει πέντε τορπίλες για κάθε ένα από τα τρία πρώτα πλοία. Η MU90 ζυγίζει 304 κιλά, έχει μήκος 2,85 μέτρα και διάμετρο 323,7 χιλιοστά, κινείται με 30 έως 50 κόμβους, επιχειρεί σε βάθη από 3 έως πάνω από 500 μέτρα, ακόμη και σε ρηχά νερά κάτω από 25 μέτρα, με εμβέλεια 12 χιλιομέτρων. Η ικανότητα στα ρηχά έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα θέατρο όπως το Αιγαίο, όπου τα σύγχρονα υποβρύχια αναερόβιας πρόωσης (AIP) μπορούν να κινούνται αθόρυβα κοντά σε ακτές και νησιά. Στην πράξη όμως η φρεγάτα σπάνια θα κυνηγήσει μόνη της ένα υποβρύχιο από κοντινή απόσταση. Το CAPTAS-4 εντοπίζει από μακριά, και το ελικόπτερο, με το βυθιζόμενο σόναρ, τους ηχοσημαντήρες και τις τορπίλες του, πηγαίνει στο σημείο, ενώ το πλοίο κρατά απόσταση από το υποβρύχιο.

Τορπίλες MU90 Impact, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση των ελληνικών φρεγατών FDI. Φωτογραφία: Naval Group

MH-60R και Camcopter S-100: τα μάτια πέρα από τον ορίζοντα

Το υπόστεγο της FDI σχεδιάστηκε για ελικόπτερο κατηγορίας δέκα τόνων και για μη επανδρωμένα ελικόπτερα, με το Πολεμικό Ναυτικό να προβλέπει δύο Camcopter S-100 ανά πλοίο. Στην ελληνική έκδοση αυτό σημαίνει το MH-60R Seahawk, ενώ το πλοίο μπορεί να δεχθεί και τα S-70B-6 Aegean Hawk του Πολεμικού Ναυτικού. Η Ελλάδα παρήγγειλε επτά MH-60R μέσω του αμερικανικού προγράμματος FMS, τέσσερα τον Ιούλιο του 2020 και τρία τον Απρίλιο του 2021, και τα τρία πρώτα παρουσιάστηκαν στις 20 Μαρτίου 2024 στη Βάση Ελικοπτέρων Ναυτικού στο Κοτρώνι με δύο ακόμη να παραλαμβάνονται πριν απο λίγες μέρες. Το MH-60R φέρει το βυθιζόμενο σόναρ ALFS, που βασίζεται στο FLASH της Thales, ηχοσημαντήρες, ραντάρ επιτήρησης θαλάσσης και ελαφριές τορπίλες, και το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη εκτοξεύσει από αυτό καθοδηγούμενες ρουκέτες APKWS. Με το ελικόπτερο, η φρεγάτα επεκτείνει τον ανθυποβρυχιακό της πόλεμο πολλές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά και αποκτά και «μάτια» πάνω από τον ορίζοντα για τον πόλεμο επιφανείας. Περισσότερα για το ελικόπτερο στον οδηγό για τα MH-60R του Πολεμικού Ναυτικού.

Ελικόπτερο MH-60R Seahawk κατεβάζει το βυθιζόμενο σόναρ του, ώστε ο αισθητήρας να βρεθεί κάτω από το ηχητικό στρώμα. Το ίδιο ελικόπτερο αποκτά και το Πολεμικό Ναυτικό. Φωτογραφία: U.S. Navy

Το δεύτερο ιπτάμενο μέσο είναι το Camcopter S-100 της αυστριακής Schiebel, για το οποίο η σύμβαση ανακοινώθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2026: τέσσερα συστήματα, για την «Κίμων», τον «Νέαρχο» και τη «Φορμίων» και ένα που επιχειρεί από την ξηρά για εκπαίδευση. Τον Απρίλιο του 2026 ολοκληρώθηκε στη Βάση Ελικοπτέρων Ναυτικού στο Κοτρώνι η αποδοχή των δύο πρώτων συστημάτων, με τέσσερα αεροσκάφη. Το S-100 έχει μέγιστο βάρος απογείωσης 200 κιλά, σε τυπική διαμόρφωση σηκώνει 34 κιλά φορτίου για έως δέκα ώρες, επιχειρεί πέρα από την οπτική επαφή σε απόσταση έως 200 χιλιομέτρων και μπορεί να πετά χωρίς GPS, κάτι πολύτιμο σε μια περιοχή με συχνές παρεμβολές. Τα ελληνικά S-100 φέρουν το ηλεκτροοπτικό και θερμικό σκόπευτρο Wescam MX-10 και την κάμερα ευρείας σάρωσης PT-8 Oceanwatch, που εντοπίζει μικρά αντικείμενα σε μεγάλες εκτάσεις θάλασσας, και ο ανθυποβρυχιακός πόλεμος περιλαμβάνεται στις αποστολές για τις οποίες το προμηθεύτηκε το Πολεμικό Ναυτικό. Ένα πλοίο που διαθέτει ταυτόχρονα επανδρωμένο και μη επανδρωμένο ελικόπτερο μπορεί να κρατά συνεχή επιτήρηση για πολλές ώρες και να κρατά το MH-60R διαθέσιμο για την καταδίωξη και την προσβολή. Το S-100 με τη σήμανση «ΠΝ 201» παρουσιάστηκε στο κοινό στην παρέλαση της Θεσσαλονίκης στις 28 Οκτωβρίου 2026.

Το Camcopter S-100 «ΠΝ 202» κατά την αποδοχή των πρώτων ελληνικών συστημάτων. Φωτογραφία: Schiebel

Από το Standard 1 στο Standard 2+++ του 2030

Οι ελληνικές FDI εξελίσσονται σε διαδοχικές διαμορφώσεις, που η τροποποιημένη σύμβαση ορίζει ως Standard 1, Standard 2, Standard 2+ και Standard 2++. Το πέρασμα στο Standard 2 περιλαμβάνει τις «επιπρόσθετες δυνατότητες» της σύμβασης, δηλαδή το σύστημα των 16 επιπλέον πυραύλων Aster, το σύστημα RAM και το σύστημα εκτόξευσης δολωμάτων αεράμυνας, μαζί με «συμπληρωματικές δυνατότητες» που ολοκληρώνουν κάθε διαμόρφωση. Η φυσική εγκατάσταση ενός εκτοξευτή στο πλοίο δεν ταυτίζεται με την πλήρη ενσωμάτωσή του στο SETIS, δηλαδή με τον έλεγχό του από το ίδιο σύστημα που διαχειρίζεται τα υπόλοιπα όπλα και αισθητήρια. Γι’ αυτό ο εκτοξευτής RAM είναι ήδη εγκατεστημένος και λειτουργικός στην «Κίμων», αλλά η ενσωμάτωσή του στο SETIS, και άρα η πλήρης δυνατότητα, ολοκληρώνεται με το Standard 2 όπωε έγινε με τον «Νέαρχο».

Η «Κίμων» από την πλευρά. Στον ενιαίο ιστό βρίσκονται οι κεραίες του ραντάρ Sea Fire. Φωτογραφία: ΓΕΝ

Η σύμβαση ορίζει διαφορετική διαμόρφωση παράδοσης για κάθε πλοίο: η «Κίμων» και η «Φορμίων» παραδίδονται σε Standard 1, ο «Νέαρχος» σε Standard 2 και ο «Θεμιστοκλής» σε Standard 2+. Για την «Κίμων» οι εργασίες για τα Standard 2 και 2+ γίνονται στην Ελλάδα, με προθεσμία τις 31 Οκτωβρίου 2027. Για τη «Φορμίων» οι αντίστοιχες εργασίες γίνονται στη Γαλλία έως τις 30 Απριλίου 2027, και ο «Νέαρχος» περνά στο Standard 2+ στην Ελλάδα έως τις 31 Ιανουαρίου 2028. Το Standard 2++ ολοκληρώνεται στην Ελλάδα για όλα τα πλοία: για τον «Νέαρχο» έως τον Απρίλιο του 2029, για τη «Φορμίων» έως τον Ιούνιο του 2029, για την «Κίμων» έως τον Σεπτέμβριο του 2029 και για τον «Θεμιστοκλή» έως τις 31 Μαρτίου 2030.

Μετά το ΚΥΣΕΑ του Σεπτεμβρίου 2025 ο υπουργός Εθνικής Άμυνας είπε ότι ο «Θεμιστοκλής», που παραδίδεται σε Standard 2+, θα φτάσει σε Standard 2++ με «1+10 αυξημένες δυνατότητες», ανέφερε ως μία από αυτές τους πυραύλους του ευρωπαϊκού προγράμματος ELSA και πρόσθεσε ότι οι τρεις προηγούμενες φρεγάτες θα φτάσουν στο ίδιο επίπεδο, όπως προβλέπει η σύμβαση. Στη Βουλή, στις 2 Οκτωβρίου 2025, ο Νίκος Δένδιας συνέδεσε την αναβάθμιση με την εισαγωγή εκτοξευτών Sylver A70 για πυραύλους κρουζ, μέσα στον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Ο τελικός στόχος ανακοινώθηκε στην παράδοση του «Νέαρχου», στις 30 Οκτωβρίου 2026: και οι τέσσερις ελληνικές FDI θα αναβαθμιστούν έως το 2030 σε Standard 2+++, μια διαμόρφωση της οποίας το περιεχόμενο δεν έχει δημοσιοποιηθεί αναλυτικά. Ο στόχος του 2030 πρέπει να διακρίνεται από όσα έχουν ήδη συμβασιοποιηθεί: η ικανότητα κρούσης μεγάλου βεληνεκούς απαιτεί ακόμη εκτοξευτή, πύραυλο και σύμβαση.

Η διαφορά των εκτοξευτών εξηγεί γιατί η κρούση μεγάλου βεληνεκούς απαιτεί ακόμη νέο εξοπλισμό. Ο Sylver A50 έχει μήκος που χωρά τον Aster, αλλά όχι έναν ναυτικό πύραυλο κρουζ όπως ο MdCN της MBDA, που χρειάζεται τον μακρύτερο Sylver A70. Αν ένας από τους τέσσερις A50 αντικατασταθεί από A70, η φρεγάτα θα αποκτήσει οκτώ θέσεις για πυραύλους κρουζ αλλά θα χάσει οκτώ θέσεις Aster, εκτός αν πιστοποιηθεί η εκτόξευση Aster και από τον νέο εκτοξευτή. Πυραύλους κρουζ για τις ελληνικές FDI η Ελλάδα δεν έχει παραγγείλει, και δεν ήταν μεταξύ των έξι χωρών που υπέγραψαν τον Φεβρουάριο του 2026 τη συμφωνία πρόθεσης για το ELSA, ενώ η Γαλλία παρήγγειλε ήδη τη νέα έκδοση MdCN Mk2. Γι’ αυτό και οι τίτλοι του τουρκικού Τύπου για «πλοίο με πυραύλους 1.000 χιλιομέτρων» περιγράφουν μια μελλοντική επιλογή και όχι τον οπλισμό με τον οποίο παραδόθηκε ο «Νέαρχος».

Η ελληνική βιομηχανία στο πρόγραμμα

Το πρόγραμμα έχει και βιομηχανική διάσταση. Η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή στις τρεις πρώτες φρεγάτες υπολογίζεται σε 12%, ενώ για την τέταρτη η Naval Group έχει δεσμευτεί για 25%. Η συμμετοχή περιλαμβάνει κατασκευαστικό έργο και υποσυστήματα, και πάνω από 75 ελληνικές εταιρείες συμμετέχουν στα προγράμματα φρεγατών και υποβρυχίων της Naval Group, με εργασίες από τον Πειραιά και τη Σαλαμίνα ως τον Βόλο, τη Θεσσαλονίκη και τη Φλώρινα. Τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας και η Naval Group Hellas έχουν κατασκευάσει στην Ελλάδα τμήματα κύτους που ενσωματώθηκαν σε πλοία της σειράς, ελληνικά και γαλλικά. Η αρχική συμφωνία προέβλεπε 21 τμήματα, από τα οποία τα 15 είχαν παραδοθεί ως τον Ιούνιο του 2026, όταν έφτασε στη Λοριάν και το τμήμα του «Θεμιστοκλή». Ένα βήμα πιο πέρα πηγαίνουν οι δέκα συμβάσεις με ελληνικές εταιρείες που υπέγραψε η Naval Group στη Euronaval του Νοεμβρίου 2026: η συμφωνία με τα Ναυπηγεία Σαλαμίνας αφορά την κατασκευή τμημάτων για τις σουηδικές FDI, δηλαδή η ελληνική βιομηχανία επεκτείνεται πλέον και σε πλοία τρίτης χώρας μέσα από τη διεθνή παραγωγική αλυσίδα της Naval Group.

Ο Νίκος Δένδιας και η Κατρίν Βοτρέν στην τελετή παράδοσης του «Νέαρχου» στη Λοριάν, 30 Οκτωβρίου 2026. Φωτογραφία: Naval Group / Lucille Pellerin

Η επιλογή της FDI από τη Σουηδία αφορά και το Πολεμικό Ναυτικό. Περισσότερα πλοία της ίδιας οικογένειας σε τρία ναυτικά σημαίνουν μεγαλύτερη βάση χρηστών για τη συντήρηση, τα ανταλλακτικά και τις μελλοντικές αναβαθμίσεις, και ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα όπλα και συστήματα που θα μπορούν να περάσουν και στα ελληνικά πλοία. Η υποστήριξη των πλοίων σε υπηρεσία έχει ανατεθεί στη Naval Group και θα γίνεται μαζί με τη θυγατρική της Naval Group Hellas και ελληνικούς βιομηχανικούς εταίρους, χωρίς να έχει ανακοινωθεί το μερίδιο της ελληνικής βιομηχανίας σε αυτό το σκέλος.

Ελληνική, γαλλική και σουηδική FDI: οι διαφορές

Η FDI κατασκευάζεται πλέον για τρία ναυτικά, και η σύγκριση δείχνει τι επέλεξε το Πολεμικό Ναυτικό. Τα πρώτα γαλλικά πλοία φέρουν δύο εκτοξευτές Sylver A50 με 16 πυραύλους Aster 15 και Aster 30. Τα γαλλικά πλοία δεν έχουν RAM και φέρουν τηλεχειριζόμενα πυροβόλα Narwhal και ελικόπτερο NH90. Οι τέσσερις σουηδικές FDI της κλάσης Luleå θα φέρουν πυραύλους Aster 30 και CAMM-ER, τους δεύτερους σε νέο εκτοξευτή ψυχρής εκτόξευσης της Naval Group, πυροβόλα 57 και 40 χιλιοστών, αντιπλοϊκούς RBS15 και τορπίλες Torped 47. Η ελληνική έκδοση ξεχωρίζει για τους 32 Aster 30, το RAM στο υπόστεγο, τους τέσσερις εκτοξευτές δολωμάτων Sylena και τα Lionfish, δηλαδή για μια διαμόρφωση με έμφαση στην αεράμυνα και στην άμυνα απέναντι σε κορεσμό, που αντανακλά τις απειλές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

FDI HN (Ελλάδα)FDI (Γαλλία, πρώτα πλοία)FDI κλάσης Luleå (Σουηδία)
Κάθετοι εκτοξευτές4 Sylver A50, 32 Aster 302 Sylver A50, 16 Aster 15/30Sylver A50 για Aster 30 και εκτοξευτής ψυχρής εκτόξευσης για CAMM-ER
Εγγύς άμυναRAM 21 πυραύλωνΧωρίς RAMΠυροβόλο 40 χιλ.
Κύριο πυροβόλο76 χιλ.76 χιλ.57 χιλ.
Αντιπλοϊκοί8 Exocet MM40 Block 3C8 Exocet MM40 Block 3CRBS15
ΤορπίλεςMU90MU90Torped 47

Τι μένει ανοιχτό

Αρκετά ζητήματα μένουν ακόμη ανοιχτά. Το πρώτο είναι το περιεχόμενο του Standard 2+++, πέρα από τα Standard 2+ και 2++ που προβλέπει ήδη η σύμβαση. Το δεύτερο είναι η κρούση μεγάλου βεληνεκούς, που χρειάζεται εκτοξευτή A70, επιλογή πυραύλου και σύμβαση, και που επηρεάζει τον αριθμό των κελιών Aster. Το τρίτο είναι τα αποθέματα πυρομαχικών: 32 κελιά είναι ισχυρός αριθμός, αλλά η αξία τους κρίνεται από τα διαθέσιμα αποθέματα Aster και RAM για επαναφόρτωση και εκπαιδευτικές βολές, ζήτημα που ο Νίκος Δένδιας συνέδεσε στη Βουλή με τα δημοσιονομικά όρια. Το τέταρτο είναι η αντιβαλλιστική άμυνα, με τον Aster B1NT ως δυνητική μελλοντική αναβάθμιση πέρα από τον Aster 30 Block 1.

Η νέα διαμόρφωση της FDI στο βίντεο της Naval Group για τη Euronaval 2026. Πηγή: Naval Group

Το πέμπτο είναι οι νέες εκδοχές της FDI. Η Naval Group παρουσίασε στη Euronaval 2026 την FDI ως οικογένεια φρεγατών, με παραλλαγές που φέρουν περισσότερα όπλα και κοντέινερ αποστολής (mission modules) για περιφερόμενα πυρομαχικά, drones για την κατάρριψη drones, πυραύλους ή όπλα λέιζερ, χωρίς να έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη τεχνικά χαρακτηριστικά και χωρίς ελληνική δέσμευση για επιπλέον πλοία. Το έκτο είναι η επάνδρωση. Η FDI σχεδιάστηκε για μικρό πλήρωμα χάρη στον αυτοματισμό, αλλά τέσσερα πλοία πρώτης γραμμής, μαζί με τις φρεγάτες Bergamini που αναμένονται από την Ιταλία, χρειάζονται εκπαιδευμένους χειριστές ραντάρ, σόναρ, ηλεκτρονικού πολέμου και ψηφιακών συστημάτων σε έναν Στόλο που ήδη πιέζεται στην επάνδρωση. Από αυτήν θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η επιχειρησιακή αξία των πλοίων μετά το 2028.

Σχετικές αναλύσεις: Sea Fire: πώς λειτουργεί το ραντάρ AESA των FDI HN, CAPTAS-4 Compact: ο εντοπισμός υποβρυχίων κάτω από το θερμοκλινές, Aster 30 B1NT και οι ελληνικές FDI, Camcopter S-100 «ΠΝ 201», η παράδοση του «Νέαρχου» στη Λοριάν και η ελληνική συμμετοχή στις FDI.

Συχνές ερωτήσεις για τις φρεγάτες FDI του Πολεμικού Ναυτικού

Πόσες φρεγάτες FDI αγοράζει η Ελλάδα;

Τέσσερις: «Κίμων», «Νέαρχος», «Φορμίων» και «Θεμιστοκλής». Η αρχική σύμβαση του Μαρτίου 2022 αφορούσε τρία πλοία με δικαίωμα για τέταρτο, που ενεργοποιήθηκε με σύμβαση τον Νοέμβριο του 2025.

Πότε παραδίδονται οι φρεγάτες FDI;

Η «Κίμων» παραδόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2025 και ο «Νέαρχος» στις 30 Οκτωβρίου 2026. Η «Φορμίων» παραδίδεται τον Δεκέμβριο του 2026 και θα παραμείνει στη Λοριάν μέχρι την άνοιξη του 2027 για τα Standard 2 και 2+, ενώ η σύμβαση προβλέπει την παράδοση του «Θεμιστοκλή» έως τα τέλη του 2028.

Ποιο ραντάρ έχουν οι φρεγάτες FDI HN;

Το Sea Fire της Thales, ψηφιακό ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών με τέσσερις σταθερές κεραίες AESA στον ενιαίο ιστό, που εκτελεί ταυτόχρονα εναέρια επιτήρηση και επιτήρηση επιφανείας και καθοδηγεί τους πυραύλους Aster.

Πόσους πυραύλους Aster 30 έχει μια ελληνική FDI;

32 Aster 30 Block 1, στη διαμόρφωση Standard 2, σε τέσσερις εκτοξευτές Sylver A50 των οκτώ κελιών, έναντι 16 Aster 15 και Aster 30 στα πρώτα πλοία της γαλλικής έκδοσης. Τους πυραύλους καθοδηγεί το ραντάρ Sea Fire.

Μπορούν οι ελληνικές FDI να εκτοξεύσουν πυραύλους κρουζ;

Όχι με τη σημερινή διαμόρφωση. Οι εκτοξευτές Sylver A50 δέχονται πυραύλους Aster, ενώ για ναυτικούς πυραύλους κρουζ όπως ο MdCN απαιτείται ο εκτοξευτής Sylver A70. Η αναβάθμιση έχει περιγραφεί από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, αλλά σύμβαση για πυραύλους κρουζ δεν υπάρχει.

Τι είναι το Standard 2 των ελληνικών FDI;

Είναι η διαμόρφωση που προσθέτει, με βάση τη σύμβαση, το σύστημα των 16 επιπλέον πυραύλων Aster, το σύστημα RAM και το σύστημα εκτόξευσης δολωμάτων αεράμυνας. Η σύμβαση προβλέπει την αναβάθμιση και των τεσσάρων πλοίων σε Standard 2++ έως το 2030, και ο επίσημος στόχος είναι το Standard 2+++.

Ποιο ελικόπτερο φέρει η φρεγάτα FDI HN;

Το υπόστεγο δέχεται ελικόπτερο κατηγορίας δέκα τόνων, το MH-60R Seahawk ή το S-70B-6 Aegean Hawk, και δύο μη επανδρωμένα ελικόπτερα Camcopter S-100.

Πόση είναι η ελληνική συμμετοχή στις FDI;

Η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή στις τρεις πρώτες φρεγάτες υπολογίζεται σε 12%, ενώ για την τέταρτη η Naval Group έχει δεσμευτεί για 25%. Πάνω από 75 ελληνικές εταιρείες συμμετέχουν στα προγράμματα φρεγατών και υποβρυχίων της Naval Group.

Ανάλυση Ερμηνεύει τις ειδήσεις και τι μπορεί να σημαίνουν, με βάση τα στοιχεία και την εξειδίκευση του συντάκτη.

ASTER30BELHARRAFDINAVAL GROUPΕλλάδαΚίμωνΠολεμικό ΝαυτικόΦορμίωνΦρεγάτα ΝέαρχοςΦρεγάτες

Exit mobile version