PATRIOT στην Κύπρο αντί της Σαουδικής Αραβίας αν πράγματι υπάρχει ιρανική βαλλιστική απειλή κατά του Ελληνισμού – Τα εμπόδια και ο ρόλος BARAK, FDI, ΕΛΔΥΣΑ

18 Λεπτά Ανάγνωσης
Ελληνική πυροβολαρχία Patriot (ΕΛΔΥΣΑ) στη Σαουδική Αραβία εν μέσω κλιμάκωσης Ιράν-ΗΠΑ-Ισραήλ - Φωτογραφία αρχείου

Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν με ιδιαίτερη ένταση ένα ζήτημα που για χρόνια αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως θεωρητικό σενάριο: πόσο έτοιμες είναι Ελλάδα και Κύπρος να αντιμετωπίσουν μια σύγχρονη βαλλιστική, πυραυλική και μη επανδρωμένη απειλή μεγάλης κλίμακας;

Η απάντηση δεν αφορά πλέον μόνο την Τουρκία. Η διεύρυνση της σύγκρουσης με το Ιράν, η δυνατότητα της Τεχεράνης και των συμμάχων της να πλήττουν στόχους σε μεγάλες αποστάσεις και η χρήση δυτικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα σαφώς πιο σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας.

Ένα ακόμη ζήτημα που αναπόφευκτα θα τεθεί αφορά το τι θα συμβεί όταν και εφόσον ολοκληρωθεί η αποστολή της ΕΛΔΥΣΑ στη Σαουδική Αραβία. Η ελληνική πυροβολαρχία Patriot βρίσκεται στο Βασίλειο από τον Σεπτέμβριο του 2021 και η αποστολή της έχει επισήμως παραταθεί έως τον Νοέμβριο του 2026, έχοντας πλέον αποκτήσει και πραγματική πολεμική εμπειρία απέναντι σε ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους.

Εάν αφήσουμε για μια στιγμή εκτός συζήτησης τις πολιτικές σκοπιμότητες της ελληνοσαουδαραβικής συνεργασίας, καθώς και οποιοδήποτε ενδεχόμενο… οι Σαουδάραβες να χρηματοδοτήσουν ή να συνδράμουν σε μελλοντική αναβάθμιση του ελληνικού συστήματος, προκύπτει ένα καθαρά επιχειρησιακό ερώτημα: πού θα είχε τη μεγαλύτερη αξία αυτή η πυροβολαρχία εφόσον επέστρεφε υπό πλήρως ελληνικό έλεγχο;

- Advertisement -

Αν πράγματι εκτιμούμε ότι η ιρανική βαλλιστική απειλή αφορά άμεσα τον Ελληνισμό και ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει πλέον εισέλθει στην ακτίνα μιας τέτοιας αντιπαράθεσης, τότε, στο πλαίσιο του προβλήματος που εξετάζουμε, η Κύπρος αποτελεί ουσιαστικά τη μοναδική στρατιωτικά συνεπή επιλογή. Εκεί το Patriot δεν θα προσέφερε απλώς ακόμη μία συστοιχία αεράμυνας, αλλά θα μπορούσε να συμπληρώσει το επιχειρησιακό Barak MX, να αυξήσει σημαντικά το διαθέσιμο βάθος αναχαιτίσεων και να δημιουργήσει μαζί με τις ναυτικές δυνατότητες των FDI ένα πραγματικά πολυεπίπεδο πλέγμα απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και UAV.

Το γεγονός μάλιστα ότι η ίδια ελληνική μονάδα έχει ήδη επιχειρήσει επιτυχώς απέναντι σε ιρανικές βαλλιστικές απειλές προσδίδει σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο ιδιαίτερη επιχειρησιακή βαρύτητα: αν το Patriot μπορεί να προστατεύει κρίσιμες εγκαταστάσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα από ιρανικούς πυραύλους, είναι απολύτως θεμιτό να τίθεται το ερώτημα εάν, μετά το τέλος της αποστολής του, η πρώτη του προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η προστασία της ίδιας της Κύπρου.

Για την Ελλάδα η συζήτηση αγγίζει αναπόφευκτα τη Σούδα και άλλες κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Για την Κύπρο όμως το πρόβλημα είναι ακόμη πιο άμεσο λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της παρουσίας των Βρετανικών Κυρίαρχων Περιοχών Βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια.

Και πλέον υπάρχει προηγούμενο. Τη νύχτα της 1ης προς 2α Μαρτίου 2026, μη επανδρωμένο αερόχημα τύπου Shahed προσέκρουσε σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι, προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές. Την ίδια ημέρα η κυπριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ακόμη δύο UAV κατευθύνονταν προς την περιοχή των Βρετανικών Βάσεων και αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως.

Το περιστατικό απέδειξε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: μια απειλή κατά των Βρετανικών Βάσεων μπορεί πολύ εύκολα να εξελιχθεί σε άμεσο πρόβλημα ασφαλείας για ολόκληρη την Κύπρο, ακόμη και εάν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί τον αρχικό στόχο και δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε επιθετική επιχείρηση.

- Advertisement -

Η Κύπρος βρίσκεται πάνω στη γραμμή της περιφερειακής κρίσης

Η Λευκωσία έχει καταστήσει σαφές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συμμετέχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο της ως κόμβος σταθερότητας, ανθρωπιστικής υποστήριξης και εκκενώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει τη γεωγραφία.

Οι Βρετανικές Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων αποτελούν ξεχωριστές περιοχές υπό βρετανική κυριαρχία και δεν πρέπει να συγχέονται με το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στρατιωτικά όμως η διάκριση αυτή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Ένας βαλλιστικός πύραυλος, ένας πύραυλος cruise ή ένα UAV που κινείται προς το Ακρωτήρι δεν παύει να διασχίζει τον ίδιο εναέριο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ μία αστοχία, μία αποτυχημένη αναχαίτιση ή η πτώση συντριμμιών μπορεί να προκαλέσει συνέπειες εκτός της βρετανικής εγκατάστασης.

Ακριβώς για αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα «ποιος είναι ο στόχος». Το κρίσιμο στρατιωτικό ερώτημα είναι ποιος βρίσκεται μέσα στην περιοχή κινδύνου.

- Advertisement -

Η απόσταση της Κύπρου από το Ιράν βρίσκεται εντός των επιχειρησιακών δυνατοτήτων αρκετών ιρανικών βαλλιστικών συστημάτων. Επιπλέον, οι μέχρι σήμερα συγκρούσεις έχουν αποδείξει ότι η πραγματική απειλή δεν είναι απαραίτητα ένα μεμονωμένο βλήμα, αλλά η δυνατότητα συνδυασμένων επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και UAV, ακόμη και ταυτόχρονα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για κάθε σύστημα αεράμυνας: ο κορεσμός.

Barak MX: Τεράστιο άλμα για την Εθνική Φρουρά – όχι όμως απεριόριστη ομπρέλα

Η ένταξη του Barak MX αποτελεί αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες ποιοτικές ενισχύσεις της κυπριακής αεράμυνας εδώ και δεκαετίες. Το σύστημα είναι επιχειρησιακό και αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα για την Εθνική Φρουρά, προσφέροντας μία σύγχρονη δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας.

Η Israel Aerospace Industries παρουσιάζει το Barak MX ως ολοκληρωμένο σύστημα Air and Missile Defence ικανό να αντιμετωπίσει πολλαπλές ταυτόχρονες απειλές, μεταξύ των οποίων μαχητικά αεροσκάφη, UAV, πυραύλους cruise και τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Η αρχιτεκτονική του επιτρέπει τη χρησιμοποίηση διαφορετικών πυραύλων αεράμυνας μέσα στο ίδιο σύστημα, ανάλογα με την απειλή και την απαιτούμενη ακτίνα εμπλοκής.

Η οικογένεια περιλαμβάνει πυραύλους διαφορετικών κατηγοριών, με το Barak ER να φτάνει σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία σε εμβέλεια έως 150 χιλιόμετρα και ύψος εμπλοκής έως περίπου 30 χιλιόμετρα, διαθέτοντας ενισχυμένη ικανότητα απέναντι σε τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Η IAI έχει ήδη πραγματοποιήσει επιτυχή δοκιμή του Barak ER εναντίον βαλλιστικού στόχου.

Το κρίσιμο ζήτημα για την Κύπρο δεν είναι λοιπόν εάν το Barak MX διαθέτει αντιβαλλιστικές δυνατότητες καθώς τις διαθέτει. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η απειλή που καλείται να αντιμετωπίσει και, κυρίως, πόσο βαθύ είναι το απόθεμα διαθέσιμων αναχαιτιστών.

Οι ακριβείς αριθμοί εκτοξευτών, βλημάτων και οι συγκεκριμένες διαμορφώσεις που έχουν παραληφθεί από την Εθνική Φρουρά δεν είναι δημόσια γνωστοί και επιχειρησιακά είναι προτιμότερο να παραμείνουν έτσι.

Κανένα σύστημα αεράμυνας όμως δεν έχει απεριόριστο αριθμό πυραύλων.

Σε μια επίθεση περιορισμένου μεγέθους, ένα σύγχρονο Barak MX μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικά ισχυρό εμπόδιο. Σε ένα ακραίο σενάριο όμως, όπου ο αντίπαλος επιχειρεί ταυτόχρονα με βαλλιστικά βλήματα, UAV και πυραύλους cruise από διαφορετικές κατευθύνσεις, το πρόβλημα μετατοπίζεται γρήγορα από την τεχνολογική ποιότητα του συστήματος στη χωρητικότητα της αμυντικής ομπρέλας και στο διαθέσιμο απόθεμα βλημάτων.

Για αυτό η πραγματική λύση δεν είναι «Barak ή Patriot» ούτε «Barak ή φρεγάτα». Η σύγχρονη αεράμυνα βασίζεται στη διαστρωμάτωση: διαφορετικά ραντάρ, διαφορετικά όπλα, διαφορετικά ύψη και ακτίνες αναχαίτισης, ώστε ο εισερχόμενος στόχος να αντιμετωπίζεται περισσότερες από μία φορές πριν φτάσει στον τελικό του προορισμό.

Ελληνικό PATRIOT στην Κύπρο: Επιχειρησιακά πολύτιμο, αλλά όχι τόσο απλό όσο ακούγεται

Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται αναπόφευκτα η συζήτηση για ενδεχόμενη ανάπτυξη ελληνικής πυροβολαρχίας PATRIOT στην Κύπρο.

Από καθαρά επιχειρησιακή άποψη, μία τέτοια κίνηση θα πρόσθετε μια ιδιαίτερα σημαντική επιπλέον βαθμίδα στην άμυνα του νησιού. Το Patriot αποτελεί ένα μπαρουτοκαπνισμένο ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση αεροσκαφών, πυραύλων cruise, UAV και τακτικών βαλλιστικών πυραύλων.

Το σημαντικότερο για την ελληνική περίπτωση είναι ότι πλέον δεν μιλάμε μόνο για ασκήσεις.

Η Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ), που επιχειρεί με Patriot στην περιοχή Γιανμπού, έχει αποκτήσει πραγματική πολεμική εμπειρία. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιβεβαίωσε επιτυχείς αναχαιτίσεις ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική συστοιχία που προστατεύει εγκαταστάσεις της Aramco.

Η Ελλάδα επομένως διαθέτει όχι μόνο το σύστημα, αλλά και προσωπικό που έχει πλέον αντιμετωπίσει πραγματικές βαλλιστικές απειλές σε συνθήκες πολέμου. Η μεταφορά όμως μιας πλήρους πυροβολαρχίας Patriot στην Κύπρο είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση από όσο δείχνει μια απλή μετακίνηση εκτοξευτών.

Μία επιχειρησιακή μονάδα Patriot περιλαμβάνει ραντάρ, σταθμό ελέγχου εμπλοκής, συστήματα παραγωγής ισχύος, επικοινωνίες, πολλαπλούς εκτοξευτές, οχήματα υποστήριξης, προσωπικό, ανταλλακτικά και φυσικά σημαντικό αριθμό αναχαιτιστών. Ακόμη και η Raytheon περιγράφει ένα fire unit ως σύνολο ραντάρ, εκτοξευτών, κέντρων διοίκησης και υποστηρικτικού εξοπλισμού.

Η διεθνής πρακτική αποδεικνύει ότι η ταχεία αεροπορική μεταφορά των κύριων στοιχείων Patriot πραγματοποιείται συνήθως με στρατηγικά μεταγωγικά C-17 Globemaster III και C-5 Galaxy. Ο Αμερικανικός στρατός έχει δημοσιοποιήσει επανειλημμένα μεταφορές του ραντάρ και άλλων βασικών στοιχείων Patriot με C-17 και C-5.

Η Πολεμική Αεροπορία δεν διαθέτει αεροσκάφος αυτής της κατηγορίας.

Θεωρητικά θα μπορούσε να εξασφαλιστεί συμμαχική ή άλλη στρατηγική αερομεταφορά. Χωρίς όμως εξωτερική υποστήριξη αυτού του είδους, η πλέον ρεαλιστική ελληνική επιλογή για τη μεταφορά του μεγαλύτερου μέρους του βαρύ εξοπλισμού παραμένει η θάλασσα.

Και εκεί αρχίζουν τα πραγματικά επιχειρησιακά προβλήματα.

Η θαλάσσια μεταφορά δεν μπορεί να είναι «μυστική»

Η μεταφορά μιας Patriot με αρματαγωγό ή άλλο κατάλληλο πλοίο δεν είναι αδύνατη. Το αντίθετο: από καθαρά μεταφορική άποψη είναι απολύτως εφικτή. Το πρόβλημα είναι ο χρόνος, η προειδοποίηση που παρέχει στον αντίπαλο και η προστασία της ίδιας της μετακίνησης.

Η φόρτωση ενός ολόκληρου αντιαεροπορικού σχηματισμού απαιτεί προετοιμασία. Ακολουθεί ο πλους από την Ελλάδα προς την Ανατολική Μεσόγειο, η άφιξη σε κυπριακό λιμένα, η εκφόρτωση, η μετακίνηση στις προκαθορισμένες θέσεις, η εγκατάσταση, οι επικοινωνίες, η διασύνδεση των αισθητήρων και τελικά η μετάβαση σε επιχειρησιακή διάταξη.

Επομένως μια τέτοια λύση έχει νόημα ως προληπτική ανάπτυξη πριν από την κορύφωση μιας κρίσης, όχι ως κίνηση της τελευταίας στιγμής όταν οι πρώτοι πύραυλοι βρίσκονται ήδη στον αέρα.

Ακόμη λιγότερο ρεαλιστική είναι η ιδέα ότι κάτι τέτοιο μπορεί να πραγματοποιηθεί εν κρυπτώ.

Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ένα από τα πλέον επιτηρούμενα επιχειρησιακά περιβάλλοντα στον κόσμο. Τουρκικά UAV μεγάλης παραμονής, αεροσκάφη επιτήρησης, παράκτια ραντάρ, ναυτικές μονάδες, ηλεκτρονικές υποκλοπές, εμπορική και στρατιωτική δορυφορική παρατήρηση και ακόμη και ανοικτές πηγές πληροφοριών καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την απόκρυψη μιας μεγάλης στρατιωτικής μετακίνησης προς την Κύπρο.

Και ακόμη εάν επιτυγχανόταν προσωρινά επιχειρησιακή παραπλάνηση κατά τη μεταφορά, ένα αντιαεροπορικό σύστημα δεν μπορεί να παραμένει για πάντα αόρατο. Η ανάπτυξη των μονάδων, οι επικοινωνίες, η υλικοτεχνική δραστηριότητα και τελικά η λειτουργία των αισθητήρων δημιουργούν υπογραφές που μπορούν να εντοπιστούν.

Επομένως, εφόσον Αθήνα και Λευκωσία έκριναν κάποτε απαραίτητη μία τέτοια ανάπτυξη, η λογική δεν θα έπρεπε να είναι η «μυστικότητα με κάθε κόστος», αλλά η έγκαιρη ανάπτυξη, η στρατιωτική προστασία της μεταφοράς και η ξεκάθαρη πολιτική νομιμοποίησή της ως αμυντικού μέτρου μεταξύ δύο κυρίαρχων κρατών χωρίς να επανληφθούν τα λάθη των S-300.

Η πραγματική ευελιξία βρίσκεται στη θάλασσα

Εδώ αναδεικνύεται η σημασία ενός άλλου εργαλείου, το οποίο για περισσότερα από είκοσι χρόνια έλειπε ουσιαστικά από το ελληνικό οπλοστάσιο: ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου με δυνατότητα αεράμυνας περιοχής.

Η φρεγάτα F-601 «Κίμων», πρώτη FDI HN του Πολεμικού Ναυτικού, διαθέτει έως 32 βλήματα Aster 30, σε συνδυασμό με το υπερ-σύγχρονο ραντάρ AESA Sea Fire.

Σε αντίθεση με μία χερσαία συστοιχία που πρέπει να φορτωθεί, να μεταφερθεί, να αποβιβαστεί και να αναπτυχθεί, μία FDI μπορεί να μετακινηθεί με δικά της μέσα στην Ανατολική Μεσόγειο και να ενταχθεί άμεσα σε μία ευρύτερη αμυντική διάταξη.

Η MBDA αναφέρει ότι ο ASTER 30 B1 διαθέτει δυνατότητα άμυνας έναντι βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς, ενώ η νεότερη έκδοση ASTER B1NT για την οποία ενδιαφέρεται η χώρα μας, διευρύνει σημαντικά την ικανότητα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς και προηγμένων, ιδιαίτερα ελιγμών απειλών. Οι πρώτες παραδόσεις της B1NT τοποθετούνται από το 2027.

Η πραγματική της αξία βρίσκεται αλλού και είναι εξαιρετικά μεγάλη: επεκτείνει στη θάλασσα την αμυντική περίμετρο, μπορεί να αντιμετωπίσει αεροσκάφη, UAV, πυραύλους cruise και συγκεκριμένες κατηγορίες βαλλιστικών απειλών και δημιουργεί έναν επιπλέον δακτύλιο αναχαίτισης πριν ένας στόχος φτάσει στην κυπριακή χερσαία αεράμυνα.

Αυτό ακριβώς σημαίνει πολυεπίπεδη άμυνα.

Μία FDI στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με το Barak MX στην Κύπρο και με άλλα ελληνικά ή συμμαχικά μέσα, αναγκάζει έναν εισερχόμενο σχηματισμό πυραύλων ή UAV να περάσει διαδοχικά από περισσότερες ζώνες εντοπισμού και αναχαίτισης. Και απέναντι σε επιθέσεις κορεσμού, κάθε επιπλέον στρώμα μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο.

Το στρατηγικό κενό που κράτησε περισσότερο από 20 χρόνια

Φρεγάτες «Κίμων» και «Ψαρά» στην Κύπρο: Οι πρώτες εικόνες εθνικής υπερηφάνειας
Φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» στην Κύπρο. Η φωτογραφία δημοσιεύεται με άδεια του Andreas Demetriou (@Europhil2000) στο X.

Η εμφάνιση της «Κίμων» στην Ανατολική Μεσόγειο φέρνει όμως στην επιφάνεια και μια πολύ πιο δυσάρεστη πραγματικότητα.

Το Πολεμικό Ναυτικό θα έπρεπε να διαθέτει πλοία με πραγματικές δυνατότητες αεράμυνας περιοχής εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες.

Το προηγούμενο αντιτορπιλικό «Κίμων» D-218, κλάσης Charles F. Adams, παρέμεινε σε ελληνική υπηρεσία μέχρι το 2004, οπότε και παροπλίστηκε.

Με την αποχώρηση των Charles F. Adams χάθηκε από τον ελληνικό Στόλο η δυνατότητα που προσφέρει ένα πλοίο με αντιαεροπορικά κατευθυνόμενα βλήματα μεγάλης ακτίνας, ικανό όχι απλώς να προστατεύει τον εαυτό του αλλά να δημιουργεί προστατευόμενη περιοχή γύρω από άλλες μονάδες και κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες.

Οι φρεγάτες κλάσης S και αργότερα οι MEKO 200HN διατήρησαν σημαντικές δυνατότητες αυτοπροστασίας και τοπικής αεράμυνας, ιδίως με την αξιοποίηση του ESSM στις MEKO. Δεν μπορούσαν όμως να αντικαταστήσουν πλήρως ένα πραγματικό πλοίο αεράμυνας περιοχής με σύγχρονο πολυλειτουργικό ραντάρ και βλήματα της κατηγορίας του Aster 30.

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια δημιουργήθηκε έτσι ένα πραγματικό επιχειρησιακό κενό.

Το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό στην περίπτωση της Κύπρου. Η γεωγραφική απόσταση από την ηπειρωτική Ελλάδα καθιστά την Κύπρο το κατεξοχήν θέατρο όπου η ναυτική αεράμυνα περιοχής έχει στρατηγική σημασία. Ένα πολεμικό πλοίο μπορεί να αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, να μετακινεί συνεχώς τη θέση του, να συνοδεύει άλλες μονάδες, να προσαρμόζει τη γεωμετρία των αισθητήρων του και να δημιουργεί ένα κινούμενο προστατευτικό πλέγμα χωρίς να απαιτεί την πολύπλοκη μεταφορά ενός ολόκληρου χερσαίου αντιαεροπορικού σχηματισμού.

Ακριβώς αυτή τη δυνατότητα επαναφέρει σήμερα η FDI.

Η προστασία της Κύπρου δεν είναι υπόθεση ενός μόνο συστήματος

Η μεγάλη εικόνα επομένως είναι περισσότερο σύνθετη από το ερώτημα εάν η Κύπρος χρειάζεται «Barak, Patriot ή Aster».

Χρειάζεται όλα τα επίπεδα που μπορεί ρεαλιστικά να υποστηρίξει.

Το επιχειρησιακό Barak MX αποτελεί τον βασικό σύγχρονο πυλώνα της κυπριακής αεράμυνας. Μία Patriot θα μπορούσε, εφόσον υπήρχε η πολιτική και στρατιωτική απόφαση, να προσθέσει ένα ακόμη ιδιαίτερα ισχυρό επίπεδο αντιβαλλιστικής προστασίας. Οι ελληνικές FDI, από την άλλη πλευρά, επιτρέπουν για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες την ανάπτυξη ενός ισχυρού αντιαεροπορικού αισθητήρα και δεκάδων βλημάτων μεγάλης ακτίνας στη θάλασσα πριν από την ίδια την Κύπρο.

Καμία από αυτές τις δυνατότητες δεν είναι από μόνη της πανάκεια.

Αυτό είναι άλλωστε το βασικό δίδαγμα των σύγχρονων συγκρούσεων: απέναντι σε μαζικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, cruise και UAV δεν υπάρχει ένα «μαγικό» αντιαεροπορικό σύστημα που λύνει το πρόβλημα.

Υπάρχουν αισθητήρες, δίκτυα διοίκησης, διαφορετικοί αναχαιτιστές, επαρκή αποθέματα πυρομαχικών και πολλαπλές γραμμές άμυνας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο η επιστροφή της ναυτικής αεράμυνας περιοχής με την «Κίμων» και τις υπόλοιπες FDI HN διορθώνει επιτέλους μία από τις σοβαρότερες ανορθογραφίες του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού των τελευταίων δεκαετιών.

Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα της σημερινής κρίσης: η υπεράσπιση της Κύπρου δεν αρχίζει πάνω από τη Λευκωσία ή τη Λεμεσό. Αρχίζει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα, με έγκαιρη προειδοποίηση, ναυτική παρουσία, πολυεπίπεδη αεράμυνα και τη δυνατότητα Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας να δημιουργήσουν ένα ενιαίο αμυντικό πλέγμα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η γεωγραφία δεν αλλάζει. Αυτό που μπορεί και οφείλει να αλλάξει είναι η ικανότητα του Ελληνισμού να την υπερασπιστεί.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο