
Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να προχωρήσει στην πώληση δεκάδων κινητήρων τζετ στην Τουρκία, παρά τις έντονες αντιρρήσεις που εκφράζονται από το αμερικανικό Κογκρέσο. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το πρακτορείο Reuters, η συγκεκριμένη απόφαση της αμερικανικής πλευράς αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική για την Τουρκία χειρονομία καλής θέλησης, ενόψει της κρίσιμης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που πρόκειται να φιλοξενηθεί στην Άγκυρα τον επόμενο μήνα.
Οι κινητήρες, οι οποίοι κατασκευάζονται από την αμερικανική General Electric (GE), προορίζονται να τροφοδοτήσουν το εγχώριας κατασκευής μαχητικό αεροσκάφος της Τουρκίας, Kaan. Το εν λόγω εθνικό πρόγραμμα της γείτονος ξεκίνησε το 2016, στο πλαίσιο των ευρύτερων στρατηγικών προσπαθειών της Άγκυρας να καταστεί ολοένα και πιο αυτάρκης στον τομέα της άμυνας και έχει αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες και καθυστερήσεις.
Μία από τις πηγές ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η συνολική αξία του εξοπλιστικού πακέτου υπολογίζεται πως θα ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια δολάρια. Το μέγεθος της συμφωνίας αναδεικνύει την αποφασιστικότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να προχωρήσει στη σύναψη της συμφωνίας, προσπερνώντας όλες τις πολιτικές αντιστάσεις. Η διαδικασία ωστόσο δεν είναι εντελώς ανεμπόδιστη, καθώς καταγράφονται σημαντικές αντιδράσεις από ισχυρά μέλη του αμερικανικού νομοθετικού σώματος. Ο Δημοκρατικός βουλευτής της Νέας Υόρκης, Γκρέγκορι Μικς, ο οποίος κατέχει τη θέση του κορυφαίου εκπροσώπου του κόμματός του στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει ήδη εγείρει σοβαρές αντιρρήσεις κατά τη διάρκεια της άτυπης διαδικασίας αναθεώρησης.
Δύο πηγές, συμπεριλαμβανομένου ενός υψηλόβαθμου Αμερικανού αξιωματούχου, επιβεβαίωσαν στο Reuters ότι ο Μικς δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής το πράσινο φως για την προώθηση του πακέτου. Παρά το γεγονός αυτό, η πώληση αναμένεται να οριστικοποιηθεί μέσα στις προσεχείς ημέρες. Αμέσως μετά, αναμένεται να ακολουθήσει η επίσημη κοινοποίηση της απόφασης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο. Μέχρι αυτή την ώρα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκε να προβεί σε οποιοδήποτε επίσημο σχόλιο.
Σε γενικές γραμμές, η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν σχετικά θερμές διμερείς σχέσεις υπό την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η συμμαχική τους σχέση έχει δοκιμαστεί σκληρά τα τελευταία χρόνια από την αμερικανική απόφαση αποβολής της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35 και να την επιβολή αυστηρών κυρώσεων μετά την απόκτηση από την Άγκυρα του ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Αυτές οι εξελίξεις λαμβάνουν χώρα με φόντο την επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, την οποία θα φιλοξενήσει η Τουρκία στις 7 και 8 Ιουλίου. Στην Άγκυρα αναμένεται να βρεθούν 32 ηγέτες του ΝΑΤΟ, καθώς και ανώτατοι αξιωματούχοι από τις χώρες-εταίρους της Συμμαχίας τόσο στον Κόλπο όσο και στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Η Σύνοδος αναμένεται να διεξαχθεί εν μέσω εντάσεων στους κόλπους της Συμμαχίας. Κύρια θέματα στην ατζέντα αποτελούν ο καταμερισμός των βαρών (burden-sharing) μεταξύ των κρατών-μελών, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες, αλλά και τα έντονα αμερικανικά παράπονα για τη στάση και τη μη εμπλοκή των συμμάχων στον πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν.
Μέσα σε αυτό το τεταμένο και σύνθετο γεωπολιτικό σκηνικό, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε την Τετάρτη πως «κατά πάσα πιθανότητα» θα πραγματοποιήσει σημαντικές διμερείς συνομιλίες με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής τον επόμενο μήνα.