Στις 5-7 Ιουλίου του 1770 ο οθωμανικός στόλος καταστράφηκε στον κόλπο του Τσεσμέ, απέναντι από τη Χίο, από τον ρωσικό στόλο, με τη συμμετοχή τεσσάρων ελληνικών πλοίων που είχαν μετατραπεί σε πυρπολικά. Στη συνέχεια οι Οθωμανοί προέβησαν σε αντίποινα εις βάρος των Ελλήνων της Σμύρνης, με θύματα πάνω από χίλιους χριστιανούς.
Η ναυμαχία του Τσεσμέ έλαβε χώρα στις 5-7 Ιουλίου 1770, στη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στο δυτικό άκρο της Μικράς Ασίας (χερσόνησος της Ερυθραίας) και στη Χίο, σε σημείο όπου είχαν διεξαχθεί στο παρελθόν πολλές ναυτικές αναμετρήσεις των στόλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βενετίας. Εντάσσεται στα γεγονότα των Ορλωφικών, της επανάστασης που ξέσπασε στον ελληνικό χώρο το 1769. Αποτέλεσε πρόδρομο της μετέπειτα Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και το πρώτο επεισόδιο σε μια σειρά ναυμαχιών με καταστροφικό αποτέλεσμα για τους Οθωμανούς εναντίον της Ρωσίας.
Ο οθωμανικός στόλος, υπό την ηγεσία του καπουδάν πασά Ιμπραήμ Χοζαμεδδίν, τον οποίο ανέμενε με ανυπομονησία ο βαλής του Μωρηά, κατέπλευσε στο Ναύπλιο στις 20 Μαΐου 1770. Την ίδια ημέρα έφθασε στη Μάνη η δεύτερη ρωσική μοίρα, με επικεφαλής τον Σκωτσέζο Έλφιστοουν (Elphinstone). Ο Έλφιστοουν επιδίωξε από την πρώτη στιγμή να έλθει σε επαφή με τον αντίπαλο, όμως ο καπουδάν πασάς εγκατέλειψε το Ναύπλιο και κινήθηκε στο Αιγαίο.
Όταν ο ρωσικός στόλος, στον οποίο επέβαιναν επίσης ο Αλέξιος Ορλώφ, αρχηγός του στόλου, και ο Σπυριδώφ, διοικητής της πρώτης ρωσικής μοίρας, αγκυροβόλησε στα Ψαρά, έγινε γνωστό ότι ο οθωμανικός στόλος βρισκόταν στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Χίου και Τσεσμέ. Ο καπουδάν πασάς ήταν στην ξηρά και την αρχηγία του στόλου είχε αναλάβει ο αντιναύαρχος Τσεζαϊρλή Μαντάλογλου Χασάν μπέης, ο οποίος είχε παρατάξει τις ανώτερες δυνάμεις του σε σχήμα μισοφέγγαρου έξω από το λιμάνι του Τσεσμέ.
Η ναυμαχία ξεκίνησε το πρωί της 5ης Ιουλίου και διεξήχθη με σφοδρότητα και από τις δύο πλευρές. Η κρισιμότερη στιγμή σημειώθηκε όταν συγκρούστηκαν οι δύο ναυαρχίδες και η μάχη εξελίχθηκε σώμα με σώμα, μέσα στους καπνούς και τη φωτιά. Η αναταραχή ήταν τέτοια που, όπως περιγράφει ο Κωνσταντίνος Σάθας, «οι Ρώσοι έσφαζον Ρώσους και οι Τούρκοι τους Τούρκους». Τελικά, υπό τη σφοδρή επίθεση των ρωσικών δυνάμεων, ο οθωμανικός στόλος αναγκάστηκε να καταφύγει στο λιμάνι του Τσεσμέ, ώστε να βρεθεί υπό την προστασία των παράκτιων πυροβολείων.
Την επόμενη ημέρα οι Ρώσοι αποφάσισαν να καταστρέψουν τον οθωμανικό στόλο με τη χρήση πυρπολικών. Γύρω στα μεσάνυχτα της 6ης προς την 7η Ιουλίου, τέσσερα ελληνικά πλοιάρια που είχαν μετατραπεί σε πυρπολικά (μπουρλότα) εισήλθαν στον κόλπο. Από τα πυρά των πυροβόλων και την ανατίναξη των πυρπολικών τα συνωστισμένα στο λιμάνι οθωμανικά πλοία πήραν φωτιά, η οποία εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα, ώστε να καταστεί αδύνατη η κατάσβεσή της. Οι πυριτιδαποθήκες των πλοίων ανατινάσσονταν η μία μετά την άλλη, προκαλώντας καταστροφές όχι μόνο στα πλοία αλλά και σε ολόκληρη την πόλη του Τσεσμέ. Οι Χιώτες, οι Ψαριανοί και οι Σμυρνιοί παρακολουθούσαν τις εικόνες της καταστροφής καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και μέχρι τα ξημερώματα. Η θάλασσα γέμισε συντρίμμια, ενώ το φρούριο και η κωμόπολη του Τσεσμέ εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους και τη φρουρά, που κατέφυγαν στη Σμύρνη.
Η καταστροφή του οθωμανικού στόλου υπήρξε ολοσχερής και αποτέλεσε αφορμή για αιματηρά αντίποινα σε βάρος των χριστιανών. Η Σμύρνη πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος: οι Οθωμανοί στράφηκαν εναντίον των Ελλήνων κατοίκων της πόλης και σκότωσαν πάνω από χίλιους, καθώς οι χειριστές των πυρπολικών ήταν κυρίως Έλληνες.
Οι Ρώσοι δεν ακολούθησαν την πρόταση του Έλφιστοουν να περάσουν τον ανοχύρωτο Ελλήσποντο (Δαρδανέλια) και να εισέλθουν στον Βόσπορο, αιφνιδιάζοντας τους Οθωμανούς. Η νίκη θεωρήθηκε ωστόσο μεγάλη επιτυχία, ως η σημαντικότερη μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), ενώ το γόητρο της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης Β΄ ενισχύθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι Ρώσοι δεν μπόρεσαν να διαπεράσουν τα Δαρδανέλια, τα οποία είχαν οχυρώσει στο μεταξύ ο βαρόνος ντε Τοτ και οι Γάλλοι που βοηθούσαν τους Οθωμανούς. Περιορίστηκαν έτσι σε μια βραχύβια κατοχή των Κυκλάδων και το 1774, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, αποχώρησαν οριστικά από το Αιγαίο.
