Η αιφνιδιαστική επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν για τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στις διπλωματικές σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς συνυπέγραψαν ψηφιακά το σχετικό Μνημόνιο Συνεργασίας (MOU) με τον Πρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος εκπροσώπησε την Τεχεράνη έχοντας την πλήρη εξουσιοδότηση του Ανώτατου Ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ. Η διπλωματική αυτή κίνηση, που δρομολογεί επίσημη τελετή υπογραφής την προσεχή Παρασκευή στη Γενεύη, αφήνει το Τελ Αβίβ εκτός των διαβουλεύσεων, πυροδοτώντας οργισμένες αντιδράσεις στο εσωτερικό της ισραηλινής κυβέρνησης.
Ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατς, ξεκαθάρισε αμέσως ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας (IDF) δεν πρόκειται να αποχωρήσουν από τον νότιο Λίβανο. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που η Τεχεράνη αποφασίσει να πλήξει το Ισραήλ με αφορμή τις εξελίξεις στο λιβανέζικο μέτωπο, η απάντηση θα δοθεί «με πλήρη ισχύ». Όπως δήλωσε ο Ισραέλ Κατς: «Ο Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και εγώ οδηγούμε μια ξεκάθαρη πολιτική που ορίζει ότι ο IDF θα παραμείνει στις ζώνες ασφαλείας στον Λίβανο, τη Συρία και τη Γάζα, χωρίς χρονικό περιορισμό, για την προστασία των συνόρων και των ισραηλινών κοινοτήτων».
Το επιχειρησιακό σχέδιο του Τελ Αβίβ προβλέπει την πλήρη εκκένωση της ζώνης ασφαλείας από τους ντόπιους κατοίκους και την ολοκληρωτική καταστροφή των υποδομών της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, τόσο των επίγειων όσο και των υπόγειων δικτύων της. Οι ισραηλινές δυνάμεις επιμένουν στη διατήρηση των εδαφών που κατέλαβαν, θεωρώντας τις θέσεις αυτές ως ένα από τα μεγαλύτερα στρατιωτικά επιτεύγματα του πολέμου. Η ηγεσία του Ισραήλ εμφανίζεται αποφασισμένη να αντισταθεί σε κάθε είδους διεθνή πίεση, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν επιδιώκει να επιβάλει κατάπαυση του πυρός.
Το πλαίσιο της συμφωνίας Ουάσιγκτον και Τεχεράνης περιλαμβάνει τον άμεσο τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια και το εκ νέου άνοιγμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, προβλέπεται η έναρξη διπλωματικών συνομιλιών διάρκειας 60 ημερών με αντικείμενο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και η σταδιακή ομαλοποίηση της ροής των εμπορικών πλοίων. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές από το Ιράν και το Πακιστάν, η φόρμουλα αυτή προϋποθέτει την πλήρη παύση των εχθροπραξιών μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ.
Ο παραγκωνισμός του Ισραήλ από τις διαπραγματεύσεις, παρά την κοινή έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τις ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, προκαλεί εσωτερική πολιτική θύελλα. Το κείμενο της συμφωνίας φαίνεται να απέχει σημαντικά από τους αρχικούς αντικειμενικούς σκοπούς του πολέμου, οι οποίοι περιλάμβαναν την ολοκληρωτική εξάλειψη των ιρανικών πυρηνικών, τη μείωση του βαλλιστικού οπλοστασίου και την ανατροπή του καθεστώτος. Ο υπουργός Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριτς, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η συμφωνία είναι «κακή για το Ισραήλ και για ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο. Τελεία».
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, η ισραηλινή αντιπολίτευση εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά του Ισραηλινού Πρωθυπουργού, καταλογίζοντάς του απώλεια ελέγχου. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, κατηγόρησε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου για απόλυτη διπλωματική αποτυχία στο ιρανικό μέτωπο, σημειώνοντας ότι τη στιγμή της αλήθειας «έχασε τον πόλεμο». Κατά τον Γιαΐρ Λαπίντ, οι ένοπλες δυνάμεις εκπλήρωσαν την αποστολή τους στο πεδίο των μαχών, αλλά η πολιτική διαχείριση αποδείχθηκε ανίκανη να εξαργυρώσει τις στρατιωτικές επιτυχίες.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη επιχειρεί να εδραιώσει το διπλωματικό της κέρδος στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους ομολόγους του από την Τουρκία, το Ιράκ και την Αίγυπτο, υπογραμμίζοντας ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο πρέπει να τερματιστούν άμεσα. Ο Αμπάς Αραγτσί επέρριψε την ευθύνη για την εφαρμογή του πλαισίου αποκλειστικά στις ΗΠΑ, ζητώντας την άσκηση πίεσης για την επιβολή της ειρήνευσης.
