Ποινή κάθειρξης επτά ετών και ενός μηνός, χωρίς το ευεργέτημα της αναστολής, επέβαλε την Τρίτη, 20 Μαΐου 2026, η ελληνική Δικαιοσύνη στον 26χρονο υπήκοο Αζερμπαϊτζάν, ο οποίος είχε συλληφθεί το καλοκαίρι του 2025 στα Χανιά. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της κατασκοπείας σε βάρος των στρατηγικών εγκαταστάσεων της αεροναυτικής βάσης της Σούδας, μετά από μια εξαιρετικά ευαίσθητη επιχείρηση αντικατασκοπείας που έφερε εις πέρας η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ).
Η δικαστική απόφαση επισφραγίζει μια υπόθεση με έντονο γεωστρατηγικό παρασκήνιο, η οποία αναδεικνύει τις σύγχρονες μεθόδους συλλογής πληροφοριών (HUMINT) και τη στοχοποίηση κρίσιμων υποδομών του ΝΑΤΟ και των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο από ξένα κέντρα αποφάσεων.
Η αντίστροφη μέτρηση για την εξάρθρωση της δράσης του 26χρονου ξεκίνησε στις 18 Ιουνίου 2025, όταν ο αλλοδαπός εισήλθε στην ελληνική επικράτεια κάνοντας χρήση άδειας παραμονής εκδοθείσας από τις πολωνικές αρχές. Η επιλογή του συγκεκριμένου εγγράφου εκτιμάται από την ΕΥΠ ως μια προσπάθεια διευκόλυνσης των μετακινήσεων εντός της ζώνης Σένγκεν χωρίς την πρόκληση άμεσων υποψιών στις συνοριακές αρχές.
Αμέσως μετά την άφιξή του στα Χανιά, ο κατηγορούμενος εφάρμοσε ένα συγκεκριμένο επιχειρησιακό πρωτόκολλο (tradecraft). Κατέλυσε σε ξενοδοχειακή μονάδα που βρίσκεται σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση, σε απόσταση αναπνοής από τον Ναύσταθμο Κρήτης και την αεροπορική βάση. Κατά τη διαδικασία του check-in, ο 26χρονος απαίτησε δωμάτιο με συγκεκριμένο προσανατολισμό, το οποίο εξασφάλιζε πλήρη και ανεμπόδιστη οπτική επαφή με το λιμάνι και τις εισόδους της βάσης της Σούδας.
Προκειμένου να ελαχιστοποιήσει το ψηφιακό του αποτύπωμα και να αποφύγει την ιχνηλάτηση μέσω του τραπεζικού συστήματος, προπλήρωσε τη διαμονή του –διάρκειας ενός μηνός– αποκλειστικά με μετρητά. Κατά το διάστημα της παραμονής του, ο καταδικασθείς επέδειξε συμπεριφορά που παρέπεμπε σε εκπαιδευμένο πράκτορα: απέφευγε τις άσκοπες μετακινήσεις, διατηρούσε εξαιρετικά χαμηλό προφίλ και εξέρχονταν από το δωμάτιό του μόνο για την προμήθεια των απολύτως απαραίτητων ειδών διαβίωσης, μετατρέποντας το κατάλυμά του σε ένα ιδιότυπο παρατηρητήριο.
Η παρέμβαση της ΕΥΠ και των τοπικών αστυνομικών αρχών οδήγησε στον αιφνιδιασμό του κατηγορουμένου εντός του δωματίου του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι αρχές ασφαλείας εντόπισαν και κατέσχεσαν μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή υψηλής ευκρίνειας, συσκευές κινητής τηλεφωνίας, καθώς και κάρτες μνήμης.
Η εργαστηριακή εξέταση των πειστηρίων από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών αποκάλυψε τον όγκο της κατασκοπευτικής δραστηριότητας. Ο 26χρονος είχε αποτυπώσει περισσότερες από 5.000 ψηφιακές φωτογραφίες, εστιάζοντας αποκλειστικά στην είσοδο και την έξοδο του λιμανιού της Σούδας, στις κινήσεις των πολεμικών πλοίων, καθώς και στις συνοδευτικές υποδομές ασφαλείας.
Το πλέον επιβαρυντικό εύρημα, το οποίο κατέρριψε κάθε ισχυρισμό περί αθώας δραστηριότητας, εντοπίστηκε στον φορητό ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Οι αρχές εντόπισαν εγκατεστημένο εξειδικευμένο λογισμικό στρατιωτικής κρυπτογράφησης. Μέσω αυτού του προγράμματος, ο κατηγορούμενος μετέτρεπε τα αρχεία εικόνας σε κρυπτογραφημένα πακέτα δεδομένων, τα οποία στη συνέχεια διαβίβαζε μέσω διαδικτύου στους χειριστές του, διασφαλίζοντας ότι η υποκλοπή των δεδομένων από τρίτες υπηρεσίες θα ήταν αδύνατη.
Από τη στιγμή της σύλληψής του, ο Αζέρος υπήκοος τήρησε απόλυτα αρνητική στάση. Επέδειξε σαφή πρόθεση μη συνεργασίας με τις προανακριτικές και ανακριτικές αρχές, αρνούμενος επανειλημμένα ακόμη και τη λήψη βιομετρικών δεδομένων (δακτυλικά αποτυπώματα), μια τακτική που, σύμφωνα με στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών, διδάσκεται σε σεμινάρια διαφυγής και αντιμετώπισης ανάκρισης.
Ενώπιον του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επέμεινε στην υπερασπιστική του γραμμή, υποστηρίζοντας ότι επισκέφθηκε την Κρήτη αποκλειστικά ως τουρίστας και ότι η καταγραφή της βάσης έγινε τυχαία, στο πλαίσιο φωτογράφισης των φυσικών τοπίων της περιοχής. Για να στηρίξει το επιχείρημά του, ισχυρίστηκε ότι συνταξίδευε με μια Πολωνή υπήκοο, η οποία ωστόσο είχε αναχωρήσει από την Ελλάδα πριν από τη σύλληψή του και της οποίας η ταυτότητα δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρωθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν ομόφωνα από το δικαστήριο ως παντελώς αβάσιμοι.
Η υπόθεση της Σούδας αποκτά ευρύτερες διαστάσεις καθώς συνδέεται άμεσα, βάσει κοινών ευρημάτων, με τη σύλληψη ενός ακόμη υπηκόου Αζερμπαϊτζάν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η επιχείρηση στην Κύπρο είχε διεξαχθεί κατόπιν διαβίβασης κρίσιμων πληροφοριών από τις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας (Μοσάντ).
Σύμφωνα με τα στοιχεία των διεθνών δικτύων ασφαλείας, ο Αζέρος που συνελήφθη στην Κύπρο λειτουργούσε ως «μοναχικός λύκος» (lone wolf) για λογαριασμό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC) ή των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών, έχοντας ως αντικείμενο τη συστηματική παρακολούθηση της δραστηριότητας στη Βρετανική Βάση του Ακρωτηρίου, όπου σταθμεύουν στρατηγικά αεροσκάφη της RAF.
Η σύγκριση των δύο υποθέσεων ανέδειξε ένα πανομοιότυπο επιχειρησιακό μοτίβο (modus operandi):
- Χρήση συγκεκριμένης, κοινής κρυπτογραφημένης εφαρμογής για τη μετάδοση του υλικού.
- Χρήση του ίδιου τύπου φωτογραφικών μηχανών και τεχνικών μέσων.
- Αξιοποίηση υπηκόων του Αζερμπαϊτζάν, μια πρακτική που προτιμάται συχνά από ξένες υπηρεσίες για τη διείσδυση σε ευρωπαϊκό έδαφος με μειωμένο προφίλ κινδύνου.
Η καταδίκη του 26χρονου στα Χανιά επιβεβαιώνει την αυξημένη ετοιμότητα των ελληνικών μηχανισμών αντικατασκοπείας σε μια περίοδο έντονης περιφερειακής αστάθειας, κατά την οποία οι συμμαχικές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν σταθερά στόχους πρώτης γραμμής.
