Η Μοσάντ και η CIA οργάνωσαν μια άκρως απόρρητη, κοινή επιχείρηση με αντικειμενικό σκοπό την ανατροπή του ισλαμικού καθεστώτος στο Ιράν, εξοπλίζοντας κουρδικές πολιτοφυλακές με οπλισμό που είχε κατασχεθεί κατά τη διάρκεια των σφοδρών συγκρούσεων με τη Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Οι αποκαλύψεις ήρθαν στο φως της δημοσιότητας μέσω εκτενών ρεπορτάζ των ισραηλινών δικτύων Κανάλι 12 και Ynet, προκαλώντας έντονους τριγμούς στο διεθνές διπλωματικό και στρατιωτικό προσκήνιο. Η δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου συμπίπτει χρονικά με την αποχώρηση του Ντέιβιντ Μπαρνέα από την ηγεσία της Μοσάντ, μετά την ολοκλήρωση μιας πολυτάραχης πενταετούς θητείας που επανακαθόρισε τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των ισραηλινών μέσων ενημέρωσης, τα οποία δεν κατονομάζουν τις πηγές τους, το φιλόδοξο αλλά και εξαιρετικά ριψοκίνδυνο πρόγραμμα προέβλεπε την παροχή εκτεταμένης οικονομικής βοήθειας, ειδικών στρατιωτικών οχημάτων και βαρέος οπλισμού στους Κούρδους αντάρτες που δρουν κοντά στα σύνορα. Το οπλοστάσιο που μεταφέρθηκε κρυφά περιλάμβανε ελαφρά όπλα, αντιαρματικούς εκτοξευτές, χειροβομβίδες και όλμους, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Η Μοσάντ είχε αναλάβει αποκλειστικά το εξαιρετικά περίπλοκο έργο της εφοδιαστικής αλυσίδας, μεταφέροντας τα κατασχεθέντα πυρομαχικά και τον εξοπλισμό απευθείας στους Κούρδους μαχητές, χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσους σταθμούς στρατηγικά σημεία της περιοχής.
Οι πρώτες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη γεωπολιτική σύμπραξη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ είχαν αρχίσει να διαρρέουν από τα τέλη Μαρτίου. Το στρατηγικό σκεπτικό των επιτελών σε Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ βασιζόταν στην ετοιμότητα των κουρδικών δυνάμεων να επιτεθούν στο δυτικό Ιράν κατά την έναρξη μιας ευρύτερης στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον της Τεχεράνης. Η συντονισμένη αυτή κίνηση είχε ως απώτερο στόχο να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα για μια γενικευμένη, ένοπλη λαϊκή εξέγερση, η οποία με τη σειρά της θα οδηγούσε στην οριστική κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας εκ των έσω.
Παρά τον προηγμένο σχεδιασμό και τον υψηλό βαθμό συνεργασίας των μυστικών υπηρεσιών, η επιχείρηση ακυρώθηκε αιφνιδιαστικά όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να «τραβήξει την πρίζα» και να τερματίσει την υποστήριξη του προγράμματος. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ανατροπή έπαιξαν οι πρόωρες διαρροές στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, οι οποίες εξέθεσαν το σχέδιο, καθώς και το έντονο διπλωματικό λόμπι από ισχυρούς περιφερειακούς παράγοντες. Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άσκησε σφοδρότατες πιέσεις στον Λευκό Οίκο εναντίον της στρατιωτικής ενίσχυσης των Κούρδων, καθώς η Άγκυρα θεωρεί οποιαδήποτε αναβάθμιση κουρδικών πολιτοφυλακών ως άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια και τις δικές της εσωτερικές ισορροπίες.
Παράλληλα, η έντονη επιφυλακτικότητα και η διστακτικότητα των ίδιων των Κούρδων μαχητών να εμπλακούν σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο φθοράς με το πανίσχυρο σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) περιέπλεξαν ανεπανόρθωτα την κατάσταση. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε αργότερα τις προσπάθειες των ΗΠΑ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι η κυβέρνησή του προσπάθησε να μεταφέρει όπλα σε αντικαθεστωτικούς διαδηλωτές στο εσωτερικό του Ιράν μέσω των κουρδικών δυνάμεων. Ωστόσο, ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν δίστασε να εξαπολύσει κατηγορίες εναντίον των Κούρδων αυτονομιστών, υποστηρίζοντας ότι κράτησαν τον εξοπλισμό και τα όπλα για τον εαυτό τους, σαμποτάροντας την κεντρική αποστολή. Κάτι το οποίο το NEMESIS HD είναι σε θέση να γνωρίζει πως δεν ισχύει όπως έχουμε ήδη ενημερώσει μέσω πηγών μας στις LIVE εκπομπές για το ζήτημα μετά τις διαρροές για το σχέδιο.
