Την Τετάρτη, στα πλαίσια κοινής συνένετευξης Τύπου που παραχώρησε μαζί με τον Πρωθυπουργό της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, στη Βαρσοβία, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι (Volodymyr Zelenskyy) αποκάλυψε ότι ο ουκρανικός στρατός απαρτίζεται πλέον από 880.000 στρατιώτες, που πολεμούν έναντι περίπου 600.000 στρατευμάτων της Ρωσίας. Ωστόσο, εξήγησε πως παρά την αριθμητική υπεροχή των Ουκρανών, οι Ρώσοι συγκεντρώνουν μεγάλους αριθμούς στρατευμάτων σε κάποιες περιοχές δυσκολεύοντας την κατάσταση για τον ουκρανικό στρατό.
«Τα ρωσικά στρατεύματα είναι συγκεντρωμένα σε διάφορες περιοχές, επομένως σε ορισμένες περιοχές έχουν ένα ποσοτικό πλεονέκτημα», εξήγησε ο Ζελένσκι, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δυνάμεις της Ουκρανίας στην αντιμετώπιση του ρωσικού στρατού.
Ανεξάρτητα από τον συνολικό αριθμό των στρατευμάτων, η Ουκρανία φαίνεται πως συνεχίζει να αντιμετωπίζει ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό, ειδικά στις δυνάμεις του πεζικού, όπως φέρεται να αποκαλύφθηκε τις τελευταίες ημέρες με αφομή ένα σκάνδαλο που ξέσπασε και προκάλεσε εσωτερικές εντάσεις.
Σύμφωνα με ουκρανικά ΜΜΕ, ο Αρχηγός των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, Oleksandr Syrskyi, από την άνοιξη του 2024 έχει διατάξει τη μεταφορά περισσότερων από 5.000 στελεχών της Πολεμικής Αεροπορίας σε χερσαίες μονάδες. Ανώτερος Ουκρανός αξιωματικός που επικαλείται η Kyiv Independent υποστήριξε ότι αυτές οι μετακινήσεις έχουν φτάσει σε «κρίσιμο σημείο» την πολεμική αεροπορία καθώς το προσωπικό μειώθηκε κατά περίπου 50%. Παρά τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί, το Γενικό Επιτελείο των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων αρνείται ότι έχει μετακινήσει προσωπικό.
Αν και πολλοί έχουν προτείνει να πέσει το ελάχιστο ηλικιακό όριο επιστράτευσης των Ουκρανών στα 18 έτη ώστε να ενισχυθούν περαιτέρω οι ουκρανικές δυνάμεις, το 2024 η Ουκρανία το κατέβασε στα 25 από τα 27 που ήταν πριν. Από την άλλη, ωστόσο, ο πρόεδρος Ζελένσκι δήλωσε ότι έχει γίνει πρόοδος στην αμυντική βιομηχανία της χώρας, καθώς, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η Ουκρανία αυτή τη στιγμή καλύπτει μόνη της το 33-34% των ετήσιων αναγκών της σε όπλα, ένα ποσοστό που ήταν κάτω από το 10% πριν τον πόλεμο.

